eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa
 
ΦόρουμΦόρουμ  ΠόρταλΠόρταλ  ΕικονοθήκηΕικονοθήκη  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  ΣύνδεσηΣύνδεση  

Μοιραστείτε | 
 

 Νικόλαος Εγγονόπουλος

Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Νικόλαος Εγγονόπουλος   19.08.08 17:39



Αυτοπροσωπογραφία, 1935. Τέμπερα σε ξύλο, 65 x 51,5 εκ.



Ο Όρκος των Φιλικών, 1952 . Ελαιογραφία σε μουσαμά, 92 x 73 εκ.



Ερμής εν Αναμονή, 1939. Ελαιογραφία σε μουσαμά, 120 x 100 εκ.

τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι' άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι' αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν είσαν; )
κι' είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα.

Ποίηση 1948






.............
"Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων"
"Αργώ"
"Η ιστορία των Αθηνών"
.............




.............
"Μεσογειακή μούσα"
"Ενθύμιον της κατοχής. Αθηναία κυρία μπροστά σε Γερμανό κατακτητή"
"Το βαποράκι"
.............




.............
"Ορφεύς, Ευρυδίκη, Ερμής"
.............


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 21.03.10 18:00, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:28





Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα
εντελώς προσωπικό,δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά
μου δημοσιευμένα.
Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα.
Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση να τα
διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο-τρεις το πολύ,
που μου το ζητούσαν.
Πάντως δε θα έστεργα ποτέ ναν τα δώσω για τύπωμα πριν από τα μέσα του 1938.

Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική.
Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη,
και το εύρισκα άπρεπο απέναντι
στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά,
και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που
καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο.
Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη
να βλέπη τους μαθητάς του,
μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο,
σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.

Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το
καλοκαίρι του 1938,
μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του Κύκλος,
τότε το μπορούσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρονιάς,
να διαλέξη όσα ήθελε.
Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου,
όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του Κύκλου,
αλλά προσφέρθηκε και
επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίο, πάλι στις εκδόσεις του Κύκλου,
όλα όσα του είχα δώσει.
Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση.
Ύστερα φρόντισε τη στοιχειοθέτηση.
Αρκετά στοιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέρι
― δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έγινε ―
καθώς είχε εγκατεστημένο
το τυπογραφείο του Κύκλου σΆ ένα δωμάτιο της τότε κατοικίας του, στην οδό Δαιδάλου.

Ο αλησμόνητος Μελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διορθωτή,
διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή
στην Αθήνα εκείνο τον καιρό.
Επέμενε, μάλιστα, για το εξώφυλλο και για την εσωτερική πρώτη σελίδα του τίτλου να
χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια.
Και το βιβλίο παρουσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο
μήνες ύστερΆ από το περιοδικό.

Ήδη είχαμε προανακρούσματα από την κυκλοφορία του περιοδικού.
Αλλά, με την εμφάνιση
του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε
ποτέ φανερωθή στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις της
πιο τολμηρής φαντασίας.
Αστραπιαίως έλαβε τέτοιαν ένταση και τέτοιες διαστάσεις,
που κι ο ίδιος ο «ανάδοχός» μου,
ο Μελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε
ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά.
Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους
των εκδόσεων του Κύκλου, που δημοσίευε τακτικά, πίσω,
στο εξώφυλλο του περιοδικού.

Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι η επακολουθήσασα κατακραυγή
εναντίον μου δεν μπορώ να πω
πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα.
Η βίαιη κακομεταχείρισις σαν υποδοχή μιας γνήσιας προσφοράς
είναι, το λιγώτερο, σκληρά άδικη.
Περιοδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffé venu,
παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου.
Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες,
δεν θυμούμαι τώρα ποια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής,
τέλος πάντων,
ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίο!
Συνοδεία, πάντοτε,
χλευαστικών και κακεντρεχών,
όσο κι επιπόλαιων, σχολίων.




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 04.06.10 12:35, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:33





Ποτέ δεν μΆ ενδιέφεραν η φήμη, η δόξα.
Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος,
αν δεν το μπορούσα ευχάριστος, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας».
Κι όμως άκουσα
κι αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο,
αγανακτισμένος
«φιλολογικός» του συνεργάτης:
«Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης!»

Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση,
είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν.
Έτσι και τότε, παρΆ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα
ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω» ποιήματα.
Κι όταν, μεσούντος του 1939,
ο μακαρίτης Τάσος Βακαλόπουλος,
Ναυπλιεύς, μου πρότεινε να μου δημοσιεύση συλλογή,
του παρέδωσα τα ποιήματα των Κλειδοκυμβάλων της Σιωπής,
που κυκλοφόρησαν στο τέλος της ίδιας
εκείνης χρονιάς.

Εδώ πρέπει να πω πως,
αν δεν εδαπάνησα ποτέ τίποτα για τη δημοσίευση των ποιημάτων μου,
δεν απεκόμισα και ποτέ κανένα απολύτως υλικό όφελος απΆ αυτά.

Με τις ίδιες, αν όχι κι εντονώτερες αντιδράσεις, υπεδέχθησαν,
τη νέα μου συλλογή, οι «πνευματικοί»
κύκλοι των συμπολιτών.
Γεγονός άξιο να εξαρθή όλως ιδιαίτερα, αν ληφθή υπΆ όψη ότι οι καιροί,
τώρα, ήσαν μάλλον δύσκολοι: στη Δύση ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος
ήταν ήδη αρχινισμένος,
και, στον αττικόν ορίζοντα, είχαν μαζευτεί απελπιστικά μαύρα σύννεφα,
που μηνούσαν πολύ προσεγγίζουσες συμφορές.

Τώρα, ποιοι οι αποτελούντες τΆ οργισμένο πλήθος,
που με καταδίκαζε κι εμένα;
Οι αιώνιοι, οι γνωστοί, οι συνηθισμένοι.
Πριν απΆ όλα οι αδιάφοροι, που οι συνήθεις ασχολίες τους
είναι τελείως άλλες και για τους οποίους:
πνεύμα, ποίησις, τέχνες, είναι άφραγο χωράφι,
όπου πιστεύουν ότι δικαιούνται να μπαίνουν ως το κρίνει το κέφι τους,
νΆ ανοηταίνουν, να «σπαν πλάκα»
κατά το δη λεγόμενο.
Μάλιστα όταν βρεθούν και καλοθελητές να τους εμπνεύσουν και ναν τους
κάμουν την αρχή!...

Γιατί από μόνοι τους δεν θα «επεσήμαιναν» τα αξιοκατάκριτα,
τΆ αξιογέλαστα: δε θα μπορούσαν, ίσως και δεν θα τολμούσαν.
Ύστερα οι «νερόβραστοι», αυτοί που πιθανόν να έχουν κάποιο μικρό
ενδιαφέρον για μιαν ελάχιστη περιοχή της τέχνης και που,
μέσΆ στην άγνοια και την αμάθειά τους,
την ημιμάθειά τους έστω, παίρνουν κι αυτοί το δικαίωμα να επιτίθενται
και να βρίζουν μΆ όσους διαφωνούν.
Έπειτα οι καθαρώς κακοί, που απονέμουν εις εαυτούς,
έτσι, το δικαίωμα να βλάπτουν τους συνανθρώπους με κάθε πρόφαση.
Αλήθεια, οι αναγνωρίζοντες εις εαυτούς δικαιώματα δεν αξίζουν και πολλά πράγματα:
ο πραγματικά πνευματικός άνθρωπος καθήκοντα,
και μόνο,
παραδέχεται κι αναγνωρίζει στον εαυτό του.




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 8:13, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:35





Για να δώσω μια σαφή εικόνα της όλης καταστάσεως,
αντιγράφω από άρθρο γνωστού κριτικού,
σχετικά με τον καιρό που λέω:

«Την εποχή εκείνη των ακαθόριστων ακόμη αισθητικά και κριτικά
όρων και αποχρώσεων της νέας ποίησης, οι δύο συλλογές του Εγγονόπουλου
συμβάλανε αποφασιστικά για την τελειωτική αποκρυστάλλωση
της έννοιας υπερρεαλισμός στην αντίληψη πολλών,
σαν πνευματικό σκάνδαλο, δίχως προηγούμενο στην ιστορία
της λογοτεχνίας μας.
Ο Εγγονόπουλος
έγινε από τότε στόχος μιας παράφορης κι αντιπνευματικής, στο βάθος,
καταδρομής από χρονογράφους, επιθεωρησιογράφους, λόγιους,
κριτικούς και ποιητές, που γρήγορα
γενικεύτηκε σε τυφλή επίθεση
κατά της νέας μας ποίησης και λογοτεχνίας.
Μα ενώ σιγά-σιγά το έργο των άλλων άρχισε να γίνεται
δεκτό “κατά δόσεις” σαν αληθινή και νέα ποίηση,
στον Εγγονόπουλο δε δόθηκε ακόμη χάρη
και τΆ όνομά του, στημένο στην πιο απλησίαστη περιοχή
της λογοτεχνίας μας σαν κατηγορηματική απαγόρευση,...» κλπ.

Και πρέπει να γίνη απόλυτα πιστευτός ο κριτικός μας,
γιατί έχει τις
πληροφορίες του από θετική πηγή.
Ενώ, σήμερα, έχω την τιμή να τον συγκαταλέγω ανάμεσα
στους πιο χαριτωμένους μου φίλους,
φίλους και του προσώπου μου και της δουλειάς μου,
πρέπει να ομολογήσω πως, τότε, μετριόνταν
ανάμεσα στους πιο ανελέητους, στους πιο
αδυσώπητους επιτιμητάς κι επικριτάς μου.

Η κυρία Μ. Κρανάκη, μετά την έκδοση του Domaine Grec,
δηλαδή μετά το 1947,
περιγράφει αυτή την «ηρωική εποχή» στον τόπο μας, στο παρισινό περιοδικό Critique:
«...la réaction du public fut beaucoup plus violente quΆailleurs.
Le seul titre assez peu provocant de Clavecins du Silence,
recueil de vers dΆEngonopoulos, souleva des vagues dΆhystérie»4.

Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φτάσει πια ως εδώ.
Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην
πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα,
μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων.
Δίχως καμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό
«ιντερμέδιο» στη
«Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον».
Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι,
ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμονήτου «4ης Αυγούστου»,
ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την
έννοια του «υπόπτου».

Ύστερα από φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941,
συνελήφθην αιχμάλωτος,
κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου,
παρανόμως, από τους Γερμανούς,
σε στρατόπεδα «εργασίας αιχμαλώτων»,
δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια,
πάνω από την μισήν Ελλάδα,
και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια.
Η εχθρότης και τα «rires jaunes»
διατηρόνταν ακόμη αναλλοίωτα,
και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ».

Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και,
σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνη.
Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθή, το 1958, από το Υπουργείο Παιδείας,
το «Α´ βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο
συλλογή μου, αλλά και «διά την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου.
Είναι η μόνη τιμή που μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος.
Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και,
ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γιΆ αυτό το σκοπό,
αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτροπής δεν ήσαν
φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα.




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 9:25, 3 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:38





Theseus (with foustanella) and the Minotaur (1961)

Είπα, πιο πάνω,
ότι οι βιαιότητες των εναντίον μου επιθέσεων
δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα.
Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν,
και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου5.
Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος»,
και μη έχοντας ικανότητα καμιά γιΆ αυτά που λεν «διπλωματίες»,
εργάστηκα συνεχώς, σκληρά,
ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή.
Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου,
και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγώτερα μέσα
που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά.
Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική,
τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη.
Τον Μαικήνα δεν τον συνήντησα ποτέ.
Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν
ναν το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς,
λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου.
Εύκολο να
φανταστή κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην»,
σε υφιστάμενο που είχε την φήμη του ποιητού,
και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»!
Ένας-δυο μού εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά.
Σήμερα, η πείρα μου μού επιτρέπει ναν
το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας,
και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται
με αμείλικτη καταδίωξη.
Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο,
η νεο-ελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μΆ απόλυτη αδιαφορία,
δίχως μίσος.
Πάντως το πλέον οδυνηρό της όλης προπολεμικής μου αυτής περιπέτειας ήταν άλλο.
Η στάσις των «ανθρώπων του πνεύματος» και των «συναδέλφων» γύρω μου.
Από τους αδιάφορους προς την ποίηση,
ή μάλλον τους ξεκάθαρα εχθρούς της ποιήσεως,
οι λοιδωρίες κι οι επιθέσεις
σΆ έναν γνήσιο εκπρόσωπό της.
Χαρά τους να τον βρίσουν, να προσπαθήσουν να τον εξοντώσουν.
Μέχρις εκείνων που μπορούσανε να καταλάβουν τι έλεγα,
και να προσπαθήσουν να απαλύνουν, να κατευνάσουν το άνομο φέρσιμο,
αλλά δεν το έκαμαν, ωθούμενοι είτε από συμφέρον, είτε από σκέτη
ζήλεια. Μιαν απέραντη κλίμακα, απαισία τη θέα,
ανθρωπίνων αδυναμιών και ανανδρίας.

Μπροστά μου,
άλλοι μου έκαναν τον φίλο,
άλλοι τον επιεική, πίσω μου όλοι τους συνένωναν
τις φωνές τους με το σκυλολόι.
Να μη λείψουν να εκδικηθούν,
με τον τρόπο τους, εκείνον που έκανε αυτό που
κι οι ίδιοι θα ποθούσαν να έκαναν, αλλά δεν είχαν την ικανότητα.

Κι οι Θεοί ηττώνται όταν τα βάλουν με τη βλακεία (Dummheit),
λέει ο Γερμανός ποιητής.

Πού θα βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, που δεν είμαι,
απλώς, παρά ένας ζωγράφος και ποιητής
με σώμα θνητό; Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους
φίλους που μου παραστάθηκαν.
Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μΆ ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως,
και για τους οποίους πρέπει
να πω εδώ την μεγάλη μου ευγνωμοσύνη.
Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον
μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο.




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 04.06.10 12:34, 3 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:40





Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι ένας πραγματικά μεγάλος ζωγράφος.
Ένας από τους πιο μεγάλους
της εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών.
Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του.
Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του:
ό,τι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σΆ αυτόν.
Αλλά, ταυτόχρονα,
μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ,
για όλη μου τη ζωή,
έναν άνθρωπο υψηλόφρονα,
ευθύ,
άτεγκτο και ανεπηρέαστο στο δρόμο της αρετής,
μεγάλης καλλιεργείας,
αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου,
κομψότατο, απέραντο καλό6,
έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής.

Τα ίδια έχω να πω και για τον Ανδρέα Εμπειρίκο.
Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον
μεγάλο ποιητή.
Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και
με παρηγόρησαν στη ζωή (νά η αποστολή της ποιήσεως!),
τα υπέροχα έργα του.

Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά,
είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας,
ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου,
μιας άψογης όσο και
βαθειάς γνώσης του ωραίου και του καλού.
Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκο,
ισάξιο, πλάι σΆ έναν Σολωμό, σΆ έναν Baudelaire,
σΆ έναν Lautréamont, σΆ έναν Δάντη.
Ο άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος.
Πρέπει να ειπωθή το ίδιο και γιΆ αυτόν όπως
και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης
του πνεύματος και της ζωής.

Τον Εμπειρίκο ευγνωμονώ και γιΆ άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που,
στο μεγάλο σάλο,
σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε
για τον άδικο κατατρεγμό μου.
Και επέβαλε σιωπή.
Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία.
Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση
ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύση
κάθε τι που έβλεπε άδικο,
ή απλώς κακό.
Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε
μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές,
όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού.
Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μέσΆ στην καθαρή χαρά,
κι είναι το έργο τους, το έργο τους και μόνο, και των δυονώ,
που θαν τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως,
στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους
και στον ελληνικό ορίζοντα
και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες.

Το σημείωμα αυτό,
που πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομώτερο,
δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ
και στο ποιητικό μου «πιστεύω».
¶λλωστε ενυπάρχει μέσα στις γραμμές των ποιημάτων των συλλογών.

Τον καλό μου αναγνώστη
, αν θέλη, θα τον παραπέμψω στα άρθρα,
διαλέξεις, κεφάλαια βιβλίων,
με τα οποία ετίμησαν το ποιητικό μου έργο οι κύριοι
Ανδρέας Εμπειρίκος,
Robert Levesque,
René Etiemble,
Ανδρέας Καραντώνης
και Γεώργιος Θέμελης.

Εκεί εξηγούν και τις προθέσεις μου
και τα επιτεύγματά μου.
Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο
για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ.
Κι η οποία δέχτηκε
συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής».
Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα
που μιλώ. ¶λλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει
το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν,
πραγματικά, να τον καταλάβουν;
Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική.

Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για
«μικτή»,
«καθαρεύουσα»,
«δημοτική».




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 8:23, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   24.05.09 15:42





Πρέπει νΆ αντιμετωπίζονται με απόλυτη αδιαφορία ή,
αν το θεωρούμε σκόπιμο, μΆ αυτόν
τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό:
εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού.

Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω
πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που
έχω για την ανάγνωση αρχαίων,
βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων.
Τα βιβλία μου με τΆ αρχαία και
τα βυζαντινά κείμενα ήτανε,
τα περισσότερα, σΆ «ευρωπαϊκές» εκδόσεις,
με τις εξηγήσεις
και τα σχόλια γραμμένα στα γαλλικά ή τα λατινικά.
Πολλά βυζαντινά και,
σχεδόν,
τα πιο πολλά μεταβυζαντινά, ήσαν δικών μας εκδόσεων.
Η καθαρεύουσα (και καμιά φορά υπέρ-καθαρεύουσα)
των Σάθα, Λάμπρου, Ξανθουδίδη,
και των σημερινών ακόμη7,
στις σημειώσεις και τις μελέτες που συνόδευαν τα κείμενα,
όχι μόνο δεν μΆ εξένιζε, σαν τις γαλλικές και τις λατινικές που είπα,
αλλΆ αντίθετα μΆ έκανε
να παρατηρήσω πώς συνδέονταν και, στο τέλος,
συγχέονταν με τη γλώσσα του μελετούμενου γραπτού.

Έτσι κατάλαβα πως η γλώσσα η ελληνική είναι μία.
Κι ότι είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται
κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά,
μορφή της, να περιφρονή αυτόν
τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του.
Και να μην αντλή, ελεύθερα,
με σεβασμό και προσοχή φυσικά,
για να λαμπρύνη το στίχο του,
να ενισχύση το νόημά του.

Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τΆ αθάνατα γραπτά του
Παπαδιαμάντη και του Καβάφη.
Όπως κάμω στη ζωγραφική μου.
Όπου δεν αποκλείω κανένα χρώμα να βρη την κατάλληλη θέση
του και να συμβάλη, κι αυτό, στην γενική αρμονία του πίνακος.

Όπως, πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου,
πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω,
τα διδάγματα των Βυζαντινών,
των Αρχαίων και των «λαϊκών»,
σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους.

Θα ήταν ασυχώρετη παράλειψις να μην πω,
εδώ, για τα λίγα, φευ,
χρόνια που πέρασα κοντά στον
Μενέλαο Φιλήντα.
Πράγματι, πρόλαβα τον μεγάλο γέροντα,
και είχα την μεγάλη τύχη νΆ ακούσω τα
σοφά και πολύτιμα λόγια του μεγαλοφυούς γλωσσολόγου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Τα ποιήματα τα ζει κανείς, δεν τα «γράφει».

2. ¶λλωστε, γιΆ αυτούς κάθε τι που δεν έχει άμεση ωφελιμότητα είναι, κατΆ αρχήν, ασυζήτητα «γελοίο».

3. Το μεταχειρίζομαι αντί του «ερασιτέχναι» γιατί, τι σχέση μπορεί να Άχη μΆ αυτούς η ωραία λέξη που περιέχη τον έρωτα!

4. Με ικανοποίηση διεπίστωσα ότι αυτή η αρετή τού να προκαλεί «des vagues dΆhystérie» δεν εξαντλήθηκε ακόμη. Προ καιρού μού έφεραν γραπτό (με ημερομηνία 9ης Φεβρουαρίου 1962!) όπου γέρων χρονογράφος εφημερίδων εκθέτει την αγανάκτηση που αισθάνθηκε, ύστερα από 24 (είκοσι τέσσερα) ολόκληρα χρόνια, στην ανάγνωση του βιβλίου μου. Αφού, απροκάλυπτα εξοργισμένος, σχολιάζει τους στίχους μου με χοντροκομμένη «λεπτότητα», στο τέλος εκφράζει και τη λύπη του (τι κομψότης!) ότι δεν έχει... φόλα να μου πετάξη, ή «βρεμένη σανίδα». Ακόμη και την αμάθειά του επιστρατεύει εναντίον μου: αγνοών λέξεις που μεταχειρίζομαι, μου προσάπτει τη χρήση τους ως ψόγο!

5. Πρέπει όμως να πω πως την «horrible misère» δεν την εγνώρισα ποτέ. ΠαρΆ ό,τι λέει στο βιογραφικό του σημείωμα, που συνοδεύει γαλλικό ποίημά μου στα Cahiers du Sud (αριθ. 303, 1950), αρκετά «fantaisiste» όσο και άγνωστός μου σχολιαστής! Αλλά μια σχετική άνεση;...

6. Η καλωσύνη, έλεγε ο Τολστόι, είναι η πρώτη βαθμίς της πραγματικής αριστοκρατίας.

7. Εξαιρέσει του σοφού καθηγητού Νίκου Βέη. Δεν εκατάλαβα ποτέ πώς ο μεγάλος αυτός επιστήμων χρησιμοποιούσε αυτήν την περίεργη, κι εξεζητημένη, γλώσσα, που θα ξάφνιαζε κι αυτόν τον ίδιο τον Ψυχάρη αν τον διάβαζε.

(από το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Α', Ίκαρος, 1977)




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 8:28, 4 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
in excelsis



Αριθμός μηνυμάτων : 160
Registration date : 16/09/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   08.08.09 20:38





ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΤΗΣΕΩΣ

μια γυναίκα ξεγυμνώνεται
μέσα σ' ένα θόρυβο
από κροταλίες
και σπέρνει τα μάτια της
και σπέρνει τα βυζιά της
κάνει τις μανάδες να κλαιν
κάνει τ' άλογα να χλιμιντρούν
σταματά τα ρολόγια
νεκρώνει τους ουρανούς
σέρνει τα βίντσια του κορσέ της
βάφει μεταφυσικά τη λειψανοθήκη του ωραίου πυγμάχου
ορκίζεται στην απώλεια του έρωτος

και η αύριον;

τίποτε: δεν υπάρχει νύχτα χωρίς τα χαλάζια της


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
in excelsis



Αριθμός μηνυμάτων : 160
Registration date : 16/09/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Το Παραμύθι της Ωραίας των Μεγάλων Πουλιών   08.08.09 23:19





Φόρεσε τη γύφτικη, την τσίγκινη πανοπλία, κι' έγειρε, κι' εξαπλώθηκε πάνω στο νέο, το λαμπρό καταπράσινο χορτάρι, μέσα στη λεπτή θαλπωρή του ανοιξιάτικου μεσημεριού. Kάτι ψίθυροι, όμως, που έρχουνταν απ' έξω, δεν τον αφίνανε να μπη βαθειά στην ηδονή του γλυκά γαλάζιου ουρανού, να χαρή τα δυο μικρά άσπρα σύννεφα που αρμενίζανε μακρυά, στην άκρη του ορίζοντα. Eίτανε κει και δυο πανύψηλες ωραίες λεύκες. Πραγματικά, επί του βορεινού τοίχου υπήρχε βαρύ παραπέτασμα που έκρυφτε πόρτα (δεν είταν, άλλωστε, μυστικό). Σε λίγο η πόρτα άνοιξε, το παραπέτασμα ανεσύρθη, και στο άνοιγμα εμφανίστηκε άνθρωπος τηβεννηφόρος. "Πού βρισκόμαστε;" ερώτησε. O ποιητής εσηκώθηκε, πλησίασε το φιλιστρίνι, κι' ενώ με το δεξί χέρι χάιδευε τη χαίτη του λιονταριού, έρριξε όξω μια ματιά. "Πλησιάζουμε", είταν ακριβώς οι λέξεις που είπε, "πλησιάζουμε στη Bηρυτό", κι' απότομα δίνει μια, και γυρνάει τη βρύση, κι' ανοίγουν οι κρουνοί, κι' αρχίζουν πια τα νερά να τρέχουνε, να κατακλύζουν τα πάντα, ν' ανεβαίνουν ανησυχητικά. Tότε ορμά, χουφτιάζει τους μαστούς της, και την φιλά παράφορα στο στόμα. Mια φλόγα αισθάνθηκε ξαφνικά ν' απλώνεται στα σωθικά του, μια πύρινη στεφάνη να τον ζώνη στα νεφρά, ενώ άρχιζε η ανηλεής ανόρθωση του πέους. AYTOΣ O ΦAΛΛOΣ, μαρμάρινος, εστήθηκε σ' ακρογιάλι, κι' έρχουνταν όλες τις ώρες της ημέρας χοροί κοριτσιών, στεφανωμένα με λουλούδια, και τραγουδούσαν αγκαλιασμένες. ¶λλες πιανόντουσαν απ' τα χέρια και κάμνανε κύκλους γύρω απ' το είδωλο, με κάτι αργούς βηματισμούς, κι' όλο το τραγούδι : αργό, και σοβαρό, κι' ευγενικό. Mια κόρη ξεμάκρυνε απ' το χορό, γονάτισε χάμω, και κούρδιζε το γραμμόφωνο. O ποιητής, πάλι εκεί. "Xλωμότερος κι' από τη Σελήνη", της είπε.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
in excelsis



Αριθμός μηνυμάτων : 160
Registration date : 16/09/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   08.08.09 23:30





Poet and Pholosopher (1958)

ευτύχησα
―κατά τον ρουν της ζωής μου―
να γνωρίσω πλήθος
ανθρώπων τέλειων
όσο κι αλάνθαστων

ίσως τώρα να ήσανε κάπως υπέρ το δέον αυστηροί
ίσως ―πώς ναν το πω― λίγο σκληροί ακόμη
αλλά κι αυτό δεν είναι το δικαίωμα
όσων γνωρίζουν
―και γνωρίζουν και να κρίνουνε―
τα πάντα;

η δυσκολία ενέκειτο στΆ ότι κανένας
απΆ αυτούς τους δίκαιους δεν παραδέχουνταν τους άλλους δίκαιους
τι λέω
ποσώς δεν αλληλοεκτιμιόνταν

«Δυσκολία». Η κοιλάδα με τους ροδώνες. Ίκαρος, 1978. 86.


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
in excelsis



Αριθμός μηνυμάτων : 160
Registration date : 16/09/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   08.08.09 23:31





η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε

«Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο ντε λα Φουέντε», 1-3. Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957. Ποιήματα, Β΄. Ίκαρος, 1977. 191.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   04.09.09 14:04





Τα ποιήματα τα ζει κανείς, δεν τα «γράφει»



Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 8:35, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   31.01.10 13:43





εις Παύλον Πικασσό

ο ταυρομάχος τώρα πλέον ζει στην Ελασσόνα
εις τη λιθόστρωτη πλατεία κάτω απΆ τα πλατάνια
κι ο καφφετζής αέναα πηγαινοέρχεται κι ανανεώνει
τον καφφέ στο φλυτζάνι και τον καπνό στον αργελέ του ταυρομάχου
ώς ότου να περάσουνε νοσταλγικά
της μέρας οι ώρες
και συναχτούν πουλιών μυριάδες
μέσΆ στις πυκνές τις φυλλωσιές των πλατανιώνε
όπου σημαίνει πως ο ήλιος δύει

τότε οι συνωμότες ένας ένας γλυστράνε στο σοκάκι
σιωπηλά ως πέφτει η νύχτα και βοηθά τους
απαρατήρητοι να συναχτούν κι αυτοί σαν
τα πουλιά
εκεί που θέλουν
και δακρυά βαρειά κυλούν από τα δόλια τους τα μάτια

και η μητέρα όπου ζητεί νΆ αναχαιτίση τους φασίστες
μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο κει που σιγομιλούν οι συνωμότες
και κρέμονται απΆ το ταβάνι πιπεριές για να στεγνώνουν
με τα ροζιάρικα τα χέρια που τα κοσμούν ροδάρια
βγάζει της λάμπας το γυαλί και την ανάφτει
και τα ροζιάρικα πάλιτα χέρια που τα λερώσαν τα πετρέλαια
ήσυχα ήσυχα τα σφουγγίζει στην ποδιά της

και καθώς είπαμε ότι ποθεί νΆ αναχαιτίση τους φονιάδες
παίρνΆ η γριά τη λάμπα απΆ το τραπέζι
κι ανοίγει το παράθυρο με βιάση
κι όξω τεντώνει
―μέσΆ στη νύχτα―
τη χερούκλα που κρατά τη λάμπα

γριά μάνα! της φωνάζουν
πού την πας τη λάμπα;
όμως μέσΆ στα χωράφια της Αβίλας δες σαλέψαν
ύποπτες σκιές μΆ αυτόματα στην αμασκάλη
κι ως από μακρυά εφάνταζε σαν άστρο
το φως που είχε βγαλθή στο παραθύρι
άρχισαν λίγο λίγο νΆ αντηχούν κιθάρες

κι οι γύφτισσες επιάσαν να χορεύουν
με τις ωραίες λαγόνες και τα πολύχρωμα ανεμιζούμενα πλατειά φουστάνια
ενώ απΆ τα θερμά βαμμένα στόματά τους ίδια κραυγές πόνου
εξέφευγαν του τραγουδιού τα λόγια:
«θα σου πω τη μοναξιά μου με το Soleares»

κι οι majos λυσσάγαν πάνω στις κιθάρες
και τα φασιστικά καθάρματα πολυβολούσανε τα πλήθη
κι αυτές με τα μεταξωτά γοβάκια τους
―με τα ψηλά τακούνια―
χάμω ―πάνω στο καρντερίμι― τσαλαπατούσαν την καρδιά μου

τότες εγίνηκε «που να σου φύγη το καφάσι»
σαν ένας ταύρος κοκκινότριχος πετάχτηκε στη μέση
φλόγες καθώς του βγαίνανε απΆ τα ρουθούνια
κι οι μπαντερίλλιες τού βελόνιαζαν οδυνηρά το σβέρκο και την πλάτη

κι άρχισε δω και κει να κουτουλάη
να ξεκοιλιάζη
να λιανίζη σάρκες με τα κέρατά του
ψηλά στον αέρα να τινάζη
όσους χτυπούσε
και να σωριάζωνται βουνό κουφάρια ένα γύρο
αλόγων άνθρωπων
μέσΆ σε ποτάμια αίμα

(το σβέρκο και τη ράχη του οδυνηρά ΚΟΣΜΟΥΣΑΝ μπαντερίλλιες)

κι οι κόρες με τους ωραίους μαστούς ανάσκελα εξαπλωθήκαν χάμω
και μέσΆ στα ωραία μάτια τους δύανε
κι ανατέλλαν
ήλιοι

(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)

Περισσότερα




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 9:37, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   21.03.10 18:04



Μπολιβάρ



Η συλλογή "Μπολιβάρ", η πιο διάσημη ποιητική συλλογή του, μελοποιήθηκε από τον Νίκο Μαμαγκάκη σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου, εκδόθηκε στα 1944 από τις Εκδόσεις Ίκαρος, περιλαμβάνει 9 ζωγραφικούς πίνακες του ποιητή.

Ένας ύμνος στον λατινοαμερικάνο επαναστάτη και ηγέτη Σιμόν Μπολιβάρ.




Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 9:39, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   25.05.10 9:38





H σύζυγος του Νίκου Εγγονόπουλου, Λένα Εγγονοπούλου φωτογραφίζεται μπροστά σε ένα αγαπημένο της έργο από την αναδρομική έκθεση "Νίκος Εγγονόπουλος 1907-1985", στο πλαίσιο εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ζωγράφου και ποιητή, που εγκαινιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη.

Αθήνα - 21/11/2007


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   25.05.10 9:44



Είμαι ζωγράφος και ποιητής!



Ως είμαι ζωγράφος το επάγγελμα, και θεωρώ άλλωστε την ποίηση σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό, δεν ένοιωσα ποτέ κανενός είδους επιθυμία να ιδώ τα ποιήματά μου δημοσιευμένα. Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα. Κατόπιν, βέβαια, δεν είχα καμιάν αντίρρηση ναν τα διαβάσω σε κάναν φίλο, ενίοτε σε μικρό κύκλο ακροατών, δυο-τρεις το πολύ, που μου το ζητούσαν. Πάντως δε θα έστεργα ποτέ ναν τα δώσω για τύπωμα πριν από τα μέσα του 1938. Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.

Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του Κύκλος, τότε το μπορούσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χρονιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του Κύκλου, αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίο, πάλι στις εκδόσεις του Κύκλου, όλα όσα του είχα δώσει.
Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φρόντισε τη στοιχειοθέτηση. Αρκετά στοιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέρι ― δεν θα την ξεχάσω ποτέ αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έγινε ― καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του Κύκλου σ' ένα δωμάτιο της τότε κατοικίας του, στην οδό Δαιδάλου. Ο αλησμόνητος Μελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διορθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, για το εξώφυλλο και για την εσωτερική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίο παρουσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο μήνες ύστερ' από το περιοδικό.

Ήδη είχαμε προανακρούσματα από την κυκλοφορία του περιοδικού. Αλλά, με την εμφάνιση του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθή στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις της πιο τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτοιαν ένταση και τέτοιες διαστάσεις, που κι ο ίδιος ο «ανάδοχός» μου, ο Μελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του Κύκλου, που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιοδικού.
Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι η επακολουθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακομεταχείρισις σαν υποδοχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγώτερο, σκληρά άδικη. Περιοδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffe venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα ποιήματά μου. Μια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θυμούμαι τώρα ποια, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίο! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστικών και κακεντρεχών, όσο κι επιπόλαιων, σχολίων.

Ποτέ δεν μ' ενδιέφεραν η φήμη, η δόξα. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευχάριστος, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Κι όμως άκουσα κι αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτης: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης!»
Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ' όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω» ποιήματα. Κι όταν, μεσούντος του 1939, ο μακαρίτης Τάσος Βακαλόπουλος, Ναυπλιεύς, μου πρότεινε να μου δημοσιεύση συλλογή, του παρέδωσα τα ποιήματα των Κλειδοκυμβάλων της Σιωπής, που κυκλοφόρησαν στο τέλος της ίδιας εκείνης χρονιάς.

Εδώ πρέπει να πω πως, αν δεν εδαπάνησα ποτέ τίποτα για τη δημοσίευση των ποιημάτων μου, δεν απεκόμισα και ποτέ κανένα απολύτως υλικό όφελος απ' αυτά.

Με τις ίδιες, αν όχι κι εντονώτερες αντιδράσεις, υπεδέχθησαν, τη νέα μου συλλογή, οι «πνευματικοί» κύκλοι των συμπολιτών. Γεγονός άξιο να εξαρθή όλως ιδιαίτερα, αν ληφθή υπ' όψη ότι οι καιροί, τώρα, ήσαν μάλλον δύσκολοι: στη Δύση ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ήδη αρχινισμένος, και, στον αττικόν ορίζοντα, είχαν μαζευτεί απελπιστικά μαύρα σύννεφα, που μηνούσαν πολύ προσεγγίζουσες συμφορές.

Τώρα, ποιοι οι αποτελούντες τ' οργισμένο πλήθος, που με καταδίκαζε κι εμένα; Οι αιώνιοι, οι γνωστοί, οι συνηθισμένοι. Πριν απ' όλα οι αδιάφοροι, που οι συνήθεις ασχολίες τους είναι τελείως άλλες και για τους οποίους: πνεύμα, ποίησις, τέχνες, είναι άφραγο χωράφι, όπου πιστεύουν ότι δικαιούνται να μπαίνουν ως το κρίνει το κέφι τους, ν' ανοηταίνουν, να «σπαν πλάκα» κατά το δη λεγόμενο. Μάλιστα όταν βρεθούν και καλοθελητές να τους εμπνεύσουν και ναν τους κάμουν την αρχή!... Γιατί από μόνοι τους δεν θα «επεσήμαιναν» τα αξιοκατάκριτα, τ' αξιογέλαστα: δε θα μπορούσαν, ίσως και δεν θα τολμούσαν2. Ύστερα οι «νερόβραστοι», αυτοί που πιθανόν να έχουν κάποιο μικρό ενδιαφέρον για μιαν ελάχιστη περιοχή της τέχνης και που, μέσ' στην άγνοια και την αμάθειά τους, την ημιμάθειά τους έστω, παίρνουν κι αυτοί το δικαίωμα να επιτίθενται και να βρίζουν μ' όσους διαφωνούν. Έπειτα οι καθαρώς κακοί, που απονέμουν εις εαυτούς, έτσι, το δικαίωμα να βλάπτουν τους συνανθρώπους με κάθε πρόφαση. Αλήθεια, οι αναγνωρίζοντες εις εαυτούς δικαιώματα δεν αξίζουν και πολλά πράγματα: ο πραγματικά πνευματικός άνθρωπος καθήκοντα, και μόνο, παραδέχεται κι αναγνωρίζει στον εαυτό του.

Για να δώσω μια σαφή εικόνα της όλης καταστάσεως, αντιγράφω από άρθρο γνωστού κριτικού, σχετικά με τον καιρό που λέω: «Την εποχή εκείνη των ακαθόριστων ακόμη αισθητικά και κριτικά όρων και αποχρώσεων της νέας ποίησης, οι δύο συλλογές του Εγγονόπουλου συμβάλανε αποφασιστικά για την τελειωτική αποκρυστάλλωση της έννοιας υπερρεαλισμός στην αντίληψη πολλών, σαν πνευματικό σκάνδαλο, δίχως προηγούμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας μας. Ο Εγγονόπουλος έγινε από τότε στόχος μιας παράφορης κι αντιπνευματικής, στο βάθος, καταδρομής από χρονογράφους, επιθεωρησιογράφους, λόγιους, κριτικούς και ποιητές, που γρήγορα γενικεύτηκε σε τυφλή επίθεση κατά της νέας μας ποίησης και λογοτεχνίας. Μα ενώ σιγά-σιγά το έργο των άλλων άρχισε να γίνεται δεκτό "κατά δόσεις" σαν αληθινή και νέα ποίηση, στον Εγγονόπουλο δε δόθηκε ακόμη χάρη και τ' όνομά του, στημένο στην πιο απλησίαστη περιοχή της λογοτεχνίας μας σαν κατηγορηματική απαγόρευση,...» κλπ. Και πρέπει να γίνη απόλυτα πιστευτός ο κριτικός μας, γιατί έχει τις πληροφορίες του από θετική πηγή. Ενώ, σήμερα, έχω την τιμή να τον συγκαταλέγω ανάμεσα στους πιο χαριτωμένους μου φίλους, φίλους και του προσώπου μου και της δουλειάς μου, πρέπει να ομολογήσω πως, τότε, μετριόνταν ανάμεσα στους πιο ανελέητους, στους πιο αδυσώπητους επιτιμητάς κι επικριτάς μου.

Η κυρία Μ. Κρανάκη, μετά την έκδοση του Domaine Grec, δηλαδή μετά το 1947, περιγράφει αυτή την «ηρωική εποχή» στον τόπο μας, στο παρισινό περιοδικό Critique: «...la reaction du public fut beaucoup plus violente qu'ailleurs. Le seul titre assez peu provocant de Clavecins du Silence, recueil de vers d'Engonopoulos, souleva des vagues d'hysterie».
Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φτάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιο» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμονήτου «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα από φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, από τους Γερμανούς, σε στρατόπεδα «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια. Η εχθρότης και τα «rires jaunes» διατηρόνταν ακόμη αναλλοίωτα, και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ». Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και, σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνη. Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθή, το 1958, από το Υπουργείο Παιδείας, το «Α? βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο συλλογή μου, αλλά και «διά την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου. Είναι η μόνη τιμή που μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος. Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και, ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γι' αυτό το σκοπό, αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτροπής δεν ήσαν φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα.
Είπα, πιο πάνω, ότι οι βιαιότητες των εναντίον μου επιθέσεων δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα. Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν, και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου.

Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος», και μη έχοντας ικανότητα καμιά γι' αυτά που λεν «διπλωματίες», εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή. Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου, και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγώτερα μέσα που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά. Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική, τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη. Τον Μαικήνα δεν τον συνήντησα ποτέ. Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν ναν το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς, λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου. Εύκολο να φανταστή κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην», σε υφιστάμενο που είχε την φήμη του ποιητού, και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»! Ένας-δυο μού εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά. Σήμερα, η πείρα μου μού επιτρέπει ναν το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας, και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται με αμείλικτη καταδίωξη. Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο, η νεο-ελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μ' απόλυτη αδιαφορία, δίχως μίσος.

Πάντως το πλέον οδυνηρό της όλης προπολεμικής μου αυτής περιπέτειας ήταν άλλο. Η στάσις των «ανθρώπων του πνεύματος» και των «συναδέλφων» γύρω μου. Από τους αδιάφορους προς την ποίηση, ή μάλλον τους ξεκάθαρα εχθρούς της ποιήσεως, οι λοιδωρίες κι οι επιθέσεις σ' έναν γνήσιο εκπρόσωπό της. Χαρά τους να τον βρίσουν, να προσπαθήσουν να τον εξοντώσουν. Μέχρις εκείνων που μπορούσανε να καταλάβουν τι έλεγα, και να προσπαθήσουν να απαλύνουν, να κατευνάσουν το άνομο φέρσιμο, αλλά δεν το έκαμαν, ωθούμενοι είτε από συμφέρον, είτε από σκέτη ζήλεια. Μιαν απέραντη κλίμακα, απαισία τη θέα, ανθρωπίνων αδυναμιών και ανανδρίας. Μπροστά μου, άλλοι μου έκαναν τον φίλο, άλλοι τον επιεική, πίσω μου όλοι τους συνένωναν τις φωνές τους με το σκυλολόι. Να μη λείψουν να εκδικηθούν, με τον τρόπο τους, εκείνον που έκανε αυτό που κι οι ίδιοι θα ποθούσαν να έκαναν, αλλά δεν είχαν την ικανότητα.

Κι οι Θεοί ηττώνται όταν τα βάλουν με τη βλακεία (Dummheit), λέει ο Γερμανός ποιητής. Πού θα βρισκόμουν καταβαραθρωμένος, που δεν είμαι, απλώς, παρά ένας ζωγράφος και ποιητής με σώμα θνητό; Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους φίλους που μου παραστάθηκαν. Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μ' ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως, και για τους οποίους πρέπει να πω εδώ την μεγάλη μου ευγνωμοσύνη. Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο.
Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι ένας πραγματικά μεγάλος ζωγράφος. Ένας από τους πιο μεγάλους της εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών. Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του. Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του: ό,τι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σ' αυτόν. Αλλά, ταυτόχρονα, μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ, για όλη μου τη ζωή, έναν άνθρωπο υψηλόφρονα, ευθύ, άτεγκτο και ανεπηρέαστο στο δρόμο της αρετής, μεγάλης καλλιεργείας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατο, απέραντο καλό, έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής.

Τα ίδια έχω να πω και για τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον μεγάλο ποιητή. Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και με παρηγόρησαν στη ζωή (νά η αποστολή της ποιήσεως!), τα υπέροχα έργα του. Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά, είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας, ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου, μιας άψογης όσο και βαθειάς γνώσης του ωραίου και του καλού. Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ισάξιο, πλάι σ' έναν Σολωμό, σ' έναν Baudelaire, σ' έναν Lautreamont, σ' έναν Δάντη. Ο άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος. Πρέπει να ειπωθή το ίδιο και γι' αυτόν όπως και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής.
Τον Εμπειρίκο ευγνωμονώ και γι' άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαρραλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου. Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύση κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό. Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές, όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού. Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μέσ' στην καθαρή χαρά, κι είναι το έργο τους, το έργο τους και μόνο, και των δυονώ, που θαν τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως, στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους και στον ελληνικό ορίζοντα και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες.
Το σημείωμα αυτό, που πρέπει να είναι όσο το δυνατό συντομώτερο, δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ και στο ποιητικό μου «πιστεύω». ¶λλωστε ενυπάρχει μέσα στις γραμμές των ποιημάτων των συλλογών. Τον καλό μου αναγνώστη, αν θέλη, θα τον παραπέμψω στα άρθρα, διαλέξεις, κεφάλαια βιβλίων, με τα οποία ετίμησαν το ποιητικό μου έργο οι κύριοι Ανδρέας Εμπειρίκος, Robert Levesque, Rene Etiemble, Ανδρέας Καραντώνης και Γεώργιος Θέμελης. Εκεί εξηγούν και τις προθέσεις μου και τα επιτεύγματά μου.

Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. ¶λλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν; Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική. Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν' αντιμετωπίζονται με απόλυτη αδιαφορία ή, αν το θεωρούμε σκόπιμο, μ' αυτόν τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό: εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού.

Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που έχω για την ανάγνωση αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων. Τα βιβλία μου με τ' αρχαία και τα βυζαντινά κείμενα ήτανε, τα περισσότερα, σ' «ευρωπαϊκές» εκδόσεις, με τις εξηγήσεις και τα σχόλια γραμμένα στα γαλλικά ή τα λατινικά. Πολλά βυζαντινά και, σχεδόν, τα πιο πολλά μεταβυζαντινά, ήσαν δικών μας εκδόσεων. Η καθαρεύουσα (και καμιά φορά υπέρ-καθαρεύουσα) των Σάθα, Λάμπρου, Ξανθουδίδη, και των σημερινών ακόμη, στις σημειώσεις και τις μελέτες που συνόδευαν τα κείμενα, όχι μόνο δεν μ' εξένιζε, σαν τις γαλλικές και τις λατινικές που είπα, αλλ' αντίθετα μ' έκανε να παρατηρήσω πώς συνδέονταν και, στο τέλος, συγχέονταν με τη γλώσσα του μελετούμενου γραπτού. Έτσι κατάλαβα πως η γλώσσα η ελληνική είναι μία. Κι ότι είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά, μορφή της, να περιφρονή αυτόν τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του. Και να μην αντλή, ελεύθερα, με σεβασμό και προσοχή φυσικά, για να λαμπρύνη το στίχο του, να ενισχύση το νόημά του. Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τ' αθάνατα γραπτά του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη. Όπως κάμω στη ζωγραφική μου. Όπου δεν αποκλείω κανένα χρώμα να βρη την κατάλληλη θέση του και να συμβάλη, κι αυτό, στην γενική αρμονία του πίνακος. Όπως, πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου, πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω, τα διδάγματα των Βυζαντινών, των Αρχαίων και των «λαϊκών», σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους.

Θα ήταν ασυχώρετη παράλειψις να μην πω, εδώ, για τα λίγα, φευ, χρόνια που πέρασα κοντά στον Μενέλαο Φιλήντα. Πράγματι, πρόλαβα τον μεγάλο γέροντα, και είχα την μεγάλη τύχη ν' ακούσω τα σοφά και πολύτιμα λόγια του μεγαλοφυούς γλωσσολόγου.
(Aπό το βιβλίο: Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα Α', Ίκαρος, 1977).





Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 25.05.10 10:08, 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   25.05.10 10:00





Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   25.05.10 10:10





Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   25.05.10 10:22



Κατεβάστε όλους τους πίνακες του thread

εδώ


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νικόλαος Εγγονόπουλος   26.11.10 22:08

Εδώ



1. Αρκεσίλας |
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

2. Βενζίνη
(από το Mην Oμιλείτε εις τον οδηγόν, Kύκλος 1938)

3. "Ενθύμιον της Kωνσταντινουπόλεως" |
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

4. H βυκάνη |
(από το Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, Ίκαρος 1992)

5. Η Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ |
(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)

6. Καφφενεία και κομήτες ύστερα από τα μεσάνυχτα |
(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)

7. Μερκούριος Mπούας |
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

8. Μπαλλάντα της Ψηλής Σκάλας
(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)

9. Mπερουτιανό |
(από το Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, Ίκαρος 1992)

10. Μπολιβάρ | | |
(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)

11. Nέα περί του θανάτου του Iσπανού ποιητού
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936
μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

12. Ο Εραστής
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

13. Ο Μυστικός Ποιητής
(από τα Ποιήματα, A΄, Ίκαρος 1977)

14. Όρθρου Βαθέος |
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

15. Πικασσό |
(από τα Ποιήματα, Β´, Ίκαρος, Αθήνα, 1977)

16. Ποίηση 1948 |
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

17. Πολυξένη
(από τα Ποιήματα, A΄, Ίκαρος 1977)

18. Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)
(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)

19. Τα Βάσανα της Αγάπης
(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)

20. Το Παραμύθι της Ωραίας των Μεγάλων Πουλιών
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)


star
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
in excelsis



Αριθμός μηνυμάτων : 160
Registration date : 16/09/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: ΕΝΘΎΜΙΟΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΌΛΕΩΣ   27.11.10 10:48


ΕΝΘΎΜΙΟΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΌΛΕΩΣ

Πάνω εις τη μαρμάρινη την προκυμαία του ανακτόρου
εναποθέσανε σε διαστήματα ως έγγιστα κανονικά
ψηλούς σωρούς τα ξύλα
που έφεραν τα καϊκια από τα μακρυνά
παράλια δάση


κι' άλλοι σωροί είναι από ψιλούς
λεπτούς κορμούς σαν κορμί κόρης
κι' άλλοι σωροί από
θεώρατα μεγάλα
δέντρα


και βρέχει συνεχώς και η επίμονη βροχή μουσκεύει
τ' άχαρα τα ξύλα
και γυαλίζουνε τα μάρμαρα του πλακόστρωτου
καθώς το νερό ατέλειωτα τα πλένει και τα ξαναπλένει


κι' ο ουρανός βαρύς μαζύ και μαύρος
- άραγες ποιος ξέρει τι ώρα της ημέρας νάναι;-
καμμιάν ελπίδα δε στέργει για να δώση


(η απέναντι όχθη έχει χαθή
λες δεν υπήρξε)


κι' η θάλασσα είναι μουντή κι' αγριεμένη
σαν οι πυκνές οι στάλες της βροχής που τη βαράνε
νάχουν ξυπνήσει μέσα της μια μάνητα τεράστια
που με τι κόπο τηνέ
συγκρατάει


άλλος κανείς σε τούτο το ερημικό τοπίο δε μοιάζει νάναι
πάρεξ μονάχα εγώ- ο ίδιος-
ορθός ως στέκω με τα κόκκινα μαλλιά μου μουσκεμένα
να κολλούνε απάνω εις το μέτωπό μου
της αγάπης τα βάσανα μ' έχουν φέρει στο ευγενικό το περι-
γιάλι
κι' όλο ο νους μου είναι σε μιαν υπέροχη
υπερήφανη μαγνόλια
όπου σ'α αυτά τα μέρη εδώ
θάλλει κι ανθίζει

(από τα Ποιήματα, Β΄, Ίκαρος 1977)




RECUERDOS DE CONSTANTINOPLA


sobre el muelle de mármol del palacio
se han depositado a distancias aproximadamente regulares
altas pilas de madera
que los bárcos trajero de lejanas
costas boscosas


unas son pilas de finos
y esbeltos troncos como cuerpos de muchachas
y otras de grandes
descomunales
árboles


y llueve sin cesar y la persistente lluvia empapa
la madera sin gracia
y brillan los mármoles del embaldosado
que el agua interminablemente lava y vuelve a lavar


y el cielo está pesado y oscuro
-¿quién sabe acaso qué hora del día es?-
no permite abrigar ninguna esperanza


(la orilla de enfrente ha desaparecido
diríase que nunca existiño
y el mar está opaco y revuelto
como si las gruesas gotas de lluvia que lo abruman
hubieran despertado en sus entrañas una furia monstruosa
que con gran esfuerzo
logra contener


nadie más parece estar en este desolado lugar
excepto yo - yo mismo-
que permanezco de pie con mis rojos cabellos empapados
y pegados a la frente
los tormentos del amor me han traído a esta noble playa
y toda mi mente está en una espléndida
y soberbia magnolia
que en esta región
arraiga y florece



Traducción: Horacio Castillo
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
Νικόλαος Εγγονόπουλος
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
 :: eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa :: Arts :: Poetry-
Μετάβαση σε: