eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa
 
ΦόρουμΦόρουμ  ΠόρταλΠόρταλ  ΕικονοθήκηΕικονοθήκη  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  ΣύνδεσηΣύνδεση  

Μοιραστείτε | 
 

 Τάδε έφη Ζαρατούστρα

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Τάδε έφη Ζαρατούστρα   03.11.08 13:01

I.
Όταν ο Ζαρατούστρα έγινε 30 χρονών, άφησε το σπίτι του και τη λίμνη του σπιτιού του, και πήγε στα βουνά.

Εκεί απόλαυσε το πνεύμα του και τη μοναξιά του, και για δέκα χρόνια δεν κουράστηκε απ' αυτό. Αλλά τελικά η καρδιά του άλλαξε, - και αφού σηκώθηκε ένα πρωί με τη ροδαλή αυγή, πήγε μπροστά στον ήλιο, και του μίλησε έτσι:

Εσύ μέγα άστρο! Ποιά θα ήταν η ευτυχία σου αν δεν είχες αυτούς για τους οποίους λάμπεις! Για δέκα χρόνια σκαρφαλώνεις κατά δω στη σπηλιά μου: θα είχες βαρεθεί το φώς σου και αυτό το ταξίδι, αν δεν ήμασταν εγώ, ο αετός μου, και το φίδι μου. Αλλά σε περιμέναμε κάθε πρωί, παίρναμε από σένα το ξεχύλισμά σου, και σε ευλογούσαμε γι' αυτό.

Αλλά! Έχω κουραστεί από τη σοφία μου.

Όπως η μέλισσα που έχει μαζέψει παρά πολύ μέλι, χρειάζομαι χέρια τεντωμένα για να την πάρουνε.
Πρόθυμα θα δώριζα και θα μοίραζα, μέχρι που οι σοφοί και πάλι να γίνουν χαρούμενοι στον παραλογισμό τους, και οι φτωχοί ευτυχισμένοι στα πλούτη τους.

Θα πρέπει λοιπόν να κατεβώ στο βάθος: όπως εσύ έκανες το απόγευμα, όταν πήγες πίσω από τη θάλασσα, και έδωσες φως και στον κάτω κόσμο, εσύ φανταχτερό αστέρι!

Όπως εσύ πρέπει κι εγώ να κατεβώ, όπως οι άνθρωποι λένε, σ' αυτούς που πρέπει να κατεβώ. Ευλόγησέ με, λοιπόν, εσύ ήρεμο βλέμμα, που μπορείς να κρατήσεις ακόμα και τη μεγαλύτερη ευτυχία χωρίς φθόνο! Ευλόγησε το κύπελο που πρόκειται να ξεχυλίσει, ώστε το νερό να κυλίσει χρυσό απ' αυτό, και να μεταφέρει παντού την αντανάκλαση της ευδαιμονίας σου!

Να! Αυτό το κύπελο θα ξαναδειάσει μόνο του, και ο Ζαρατούστρα ξανά θα γίνει άνθρωπος.

Έτσι άρχισε του Ζαρατούστρα η κάθοδος.

II.

Ο Ζαρατούστρα κατέβηκε το βουνό μόνος του, χωρίς να τον συναντήσει κανείς. Όταν μπήκε στο δάσος, όμως, στάθηκε ξαφνικά μπροστά του ένας γέρος, που είχε αφήσει την άγια του καλύβα για να αναζητήσει ρίζες. Και έτσι μίλησε ο γέρος στον Ζαρατούστρα:

"Δεν είναι ξένος σε μένα αυτός ο περιπατητής: πολλά χρόνια πριν πέρασε. Ζαρατούστρα τον έλεγαν, αλλά έχει αλλάξει. Τότε μετέφερες τις στάχτες σου στα βουνά: θα μεταφέρεις τώρα τη φωτιά σου στους κάμπους; Δε φοβάσαι την καταδίκη του εμπρηστή; Ναι, αναγνωρίζω τον Ζαρατούστρα. Αγνή είναι η ματιά του, και κανένα μίσος δεν ελλοχεύει στο στόμα του.

Δεν προχωράει σα χορευτής; Αλλαγμένος είναι ο Ζαρατούστρα, ένα παιδί ο Ζαρατούστρα έχει γίνει, ένας αφυπνισμένος είναι ο Ζαρατούστρα: τι θα κάνεις στη γη των υπναράδων; Όπως στη θάλασσα έχεις ζήσει στη μοναξιά, και αυτή σ' έχει βαστήξει. Αλοίμονο, θα πας τώρα στην ακτή; Αλοίμονο, θα σύρεις ξανά το σώμα σου μόνος σου;"

Ο Ζαρατούστρα απάντησε: "Αγαπώ την ανθρωπότητα." "Γιατί," είπε ο άγιος, "πήγα στο δάσος και στην έρημο; Δεν ήταν επειδή αγάπησα τους ανθρώπους παρά πολύ; Τώρα αγαπώ το Θεό: τους ανθρώπους, δεν τους αγαπώ. Ο άνθρωπος είναι ένα πράγμα πολύ ατελές για μένα. Αγάπη για τον άνθρωπο θα ήταν θανάσιμο για μένα."

Ο Ζαρατούστρα απάντησε: "Τι είπα εγώ για αγάπη! Φέρνω δώρα στους ανθρώπους."

"Μην του δώσεις τίποτα," είπε ο άγιος. "Πάρε καλύτερα μέρος από το φορτίο τους, και μετάφερέ το μαζί τους- αυτό θα είναι πολύ ευπρόσδεκτο απ' αυτούς: μόνο αν είναι ευπρόσδεκτο σε σένα! Αν, όμως, επιθυμείς να τους δώσεις, μην τους δώσεις τίποτα περισσότερο από μια ελεημοσύνη, και άσ' τους να παρακαλέσουν γι' αυτό!"

"Όχι," απάντησε ο Ζαρατούστρα, "δε δίνω ελεημοσύνη. Δεν είμαι αρκετά φτωχός γι' αυτό."

Ο άγιος γέλασε με τον Ζαρατούστρα, και μίλησε έτσι:

"Τότε βεβαιώσου οτι θα δεχτούν τους θησαυρούς σου! Δεν εμπιστεύονται τις αναχωρητές, και δεν πιστεύουν οτι ερχόμαστε με δώρα. Ο χτύπος των βημάτων μας ηχεί πολύ κούφιος στους δρόμους τους. Και όπως ακριβώς τη νύχτα, όταν είναι στο κρεβάτι και ακούνε έναν άντρα μακριά πολύ πριν την ανατολή του ήλιου, έτσι αναρωτιούνται και για μας: Πού πάει ο κλέφτης; Μην πας στους ανθρώπους, αλλά μείνε στο δάσος! Πήγαινε καλύτερα στα ζώα! Γιατί δε γίνεσαι σαν κι εμένα- μια αρκούδα ανάμεσα σε αρκούδες, ένα πουλί ανάμεσα σε πουλιά;"

"Και τι κάνει ο άγιος στην έρημο;" ρώτησε ο Ζαρατούστρα.

Ο άγιος απάντησε: "Φτιάχνω ύμνους και τους τραγουδώ, και φτιάχνοντας ύμνους γελώ και δακρύζω και μουρμουρώ: έτσι υμνώ το Θεό. Με το τραγούδι, το κλάμα, το γέλιο, και το μουρμουρητό υμνώ το Θεό που είναι ο Θεός μου. Αλλά τι μας φέρνεις σα δώρο;"

Όταν ο Ζαρατούστρα άκουσε αυτά τα λόγια, υποκλίθηκε στον άγιο και είπε: "Τι θα έπρεπε να σου δώσω! Καλύτερα να βιαστώ μήπως και πάρω τίποτα από σένα!"

Και έτσι χώρισαν ο ένας από τον άλλο, ο γέρος και ο Ζαρατούστρα, γελώντας σα σχολιαρόπαιδα. Όταν ο Ζαρατούστρα ήταν πια μόνος του, όμως, είπε στην καρδιά του:

"Θα μπορούσε να είναι δυνατό! Αυτός ο γέρος στο δάσος δεν το έχει ακούσει ακόμα, οτι ο Θεός είναι νεκρός!"
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τάδε έφη Ζαρατούστρα   03.11.08 13:48

III.

Όταν ο Ζαρατούστρα έφτασε στην πιο κοντινή πόλη που συνόρευε με το δάσος, βρήκε πολλούς ανθρώπους μαζεμένους στην αγορά, επειδή είχε ανακοινωθέι οτι ένας σχοινοβάτης θα έκανε επίδειξη.

Και ο Ζαρατούστρα μίλησε έτσι στους ανθρώπους:

Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρόκειται να ξεπεραστεί. Τι έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Όλα τα όντα μέχρι τώρα έχουν δημιουργήσει κάτι πέρα από τον εαυτό τους: κι εσείς θέλετε να είστε η άμπωτη αυτής της μεγάλης παλίρροιας, και θα προτιμούσαμε να ξαναγυρίσετε στο κτήνος παρά να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τι είναι ο πίθηκος προς τον άνθρωπο; Ένα περιγέλασμα, ένα επόνειδο πράμα. Και το ίδιο ακριβώς θα είναι ο άνθρωπος προς τον Υπεράνθρωπο: ένα περιγέλασμα, ένα πράμα της ντροπής.

Έχετε προχωρήσει από το σκουλήκι στον άνθρωπο, και πολύ ακόμα μέσα σας είναι του σκουληκιού. Κάποτε ήσασταν πίθηκοι, κι όμως ακόμα ο άνθρωπος είναι περισσότερο πίθηκος από οποιονδήποτε πίθηκο. Ακόμα κι οι πιο σοφοί ανάμεσά σας είναι μόνο μια δυσαρμονία και μείγμα φυτού και φαντάσματος. Σας ζητάω όμως να γίνετα φυτά και φαντάσματα; Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο! Ο Υπεράνθρωπος είναι το νόημα της γης. Αφήστε τη βούλησή σας να πει: Ο Υπεράνθρωπος θα είναι το νόημα της γης!

Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, μείνετε αληθινοί στη γη, και μην πιστεύετε αυτούς που σας μιλάνε για υπεργήινες ελπίδες! Δηλητηριαστές είναι, είτε το ξέρουνε είτε όχι. Καταφρονητές της ζωής είναι, παρακμάζοντες και δηλητηριασμένοι οι ίδιοι, τους οποίους έχει βαρεθεί η γη: έτσι αφήστε τους να πάνε!

Κάποτε βλασφημία ενάντια στο Θεό ήταν η μεγαλύτερη βλασφημία. Αλλά ο Θεός πέθανε, και μαζί και εκείνοι οι βλάσφημοι. Το να βλασφημήσεις τη γη είναι τώρα η πιο τρομερή αμαρτία, και το να επιτιμήσεις την καρδιά του μη γνωστέου υψηλότερο κι απ' το νόημα της γης!

Κάποτε η ψυχή κοίταζε με περιφρόνηση το σώμα, και τότε αυτή η περιφρόνηση ήταν το ανώτερο πράγμα:- η ψυχή επιθυμούσε το σώμα να είναι αδύναμο, χλωμό, και πεινασμένο. Έτσι σκέφτηκε να ξεφύγει από το σώμα κι απ' τη γη. Ω, αυτή η ψυχή ήταν η ίδια αδύναμη, χλωμή, και πεινασμένη, και σκληρότητα ήταν η απόλαυση αυτής της ψυχής! Αλλά εσείς, επίσης, αδελφοί μου, μου λέτε: Τι λέει το σώμα σου για την ψυχή σου; Δεν ειναι η ψυχή σου φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια; Αληθινά, ένα μολυσμένο ρέμα είναι ο άνθρωπος. Κάποιος πρέπει να είναι θάλασσα, για να δεχτεί ένα μολυσμένο ρέμα χωρίς να μολυνθεί ο ίδιος.

Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο: αυτός είναι εκείνη η θάλασσα, σ' αυτόν μπορεί η μεγαλύτερη περιφρόνησή σας να βυθιστεί.

Ποιό είναι το σπουδαιότερο πράγμα που μπορείτε να ζήσετε; Είναι η ώρα της μεγάλης περιφρόνησης. Η ώρα στην οποία ακόμα και η ευτυχία σας σας γίνεται μισητή, και το ίδιο η λογική και η αρετή. Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η ευτυχία! Είναι φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια.

Μα η ευτυχία μου έπρεπε να δικαιολογεί την ίδια την ύπαρξη!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η λογική! Λαχταράει τη γνώση όπως το λιοντάρι την τροφή του; Είναι φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η αρετή! Ακόμα δεν με έχει κάνει παθιασμένο. Πόσο έχω βαρεθεί το καλό και το κακό μου! Είναι όλα φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η δικαιοσύνη! Δε βλέπω να είμαι πυρετός και φωτιά! Οι δίκαιοι, όμως, είναι πυρετός και φωτιά!" Η ώρα που λέτε: "Τι καλό μου κάνει η συμπόνοια! Δεν είναι η συμπόνοια ο σταυρός στον οποίο καρφώθηκε αυτός που αγάπησε τον άνθρωπο; Αλλά η συμπόνοια μου δεν είναι σταύρωση."

Έχετε μιλήσει ποτέ έτσι; Έχετε φωνάξει ποτέ έτσι; Α! μακάρι να σας είχα ακούσει να φωνάζετε έτσι! Δεν είναι δικό σας αμάρτημα- είναι η αυτοϊκανοποίησή σας που φώναξε στους ουρανούς, αυτή η ίδια σας η αποφυγή της αμαρτίας φώναξε στους ουρανούς! Πού είναι η αστραπή να σας γλύψει με τη γλώσσα της; Πού είναι η φρενίτιδα με την οποία έπρεπε να είστε εμβολιασμένοι; Σταθείτε, σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο: αυτός είναι αυτή η αστραπή, αυτός είναι η φρενίτιδα!-

Όταν ο Ζαρατούστρα μίλησε έτσι, ένας από το πλήθος φώναξε: "Έχουμε ως τώρα ακούσει αρκετά για τον σχοινοβάτη, είναι καιρός να τον δούμε!"

Και όλος ο κόσμος γέλασε με τον Ζαρατούστρα. Αλλά ο σχοινοβάτης, που νόμισε οτι τα λόγια ίσχυαν γι' αυτόν, ξεκίνησε την επίδειξή του.

IIII.

Ο Ζαρατούστρα, όμως, κοίταξε το πλήθος και θαύμασε. Μετά μίλησε έτσι:

Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον Υπεράνθρωπο- ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο. Ένα επικίνδυνο πέρασμα, ένα επικίνδυνο ταξίδεμα, μια επικίνδυνη ματιά προς τα πίσω, ένα επικίνδυνο τρεμούλιασμα και σταμάτημα. Το σπουδαίο στον άνθρωπο είναι οτι είναι μια γέφυρα και όχι ένας στόχος: το αξιαγάπητο στον άνθρωπο είναι οτι είναι υπερβάτης και καταβάτης.

Αγαπώ αυτούς που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο σαν καταβάτες, επειδή είναι οι υπερβάτες. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ' αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει.

Αγαπώ αυτόν που ζει για να μαθαίνει, και αναζητεί να μαθαίνει ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι' αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.

Αγαπώ αυτόν που δεν κρατάει μερίδιο πνεύματος για τον εαυτό του, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ' τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.

Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι πλουσιοπάροχη, που δεν θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει, και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι' αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: "Είμαι ανέντιμος παίχτης;"- επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

Αγαπώ αυτόν που σκορπάει λόγια χρυσά πριν από τα έργα του, και πάντα κάνει περισσότερα απ' ότι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς, και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει το Θεό του, επειδή αγαπάει το Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.

Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά ακόμα και στο πλήγωμα, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.

Αγαπώ αυτόν που είναι ελεύθερο πνεύμα και ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σα βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ' το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ' τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.

Να, είμαι ένας προάγγελος της αστραπής, και μια βαριά σταγόνα από το μαύρο σύννεφο: η αστραπή, όμως, είναι ο Υπεράνθρωπος.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τάδε έφη Ζαρατούστρα   03.11.08 13:54

V.

Αφού ο Ζαρατούστρα είχε πει αυτά τα λόγια, κοίταξε ξανά τον κόσμο, και σιώπησε. "Νάτοι στέκονται," είπε στην καρδιά του, "νάτοι γελάνε: δεν με καταλαβαίνουν, δεν είμαι το στόμα γι' αυτά τα αυτιά. Πρέπει πρώτα κάποιος να κοπανάει στ' αυτιά τους, ώστε να μάθουν να ακούνε με τα μάτια τους; Πρέπει κάποιος να κλαγγίζει όπως οι κατσαρόλες και οι δάσκαλοι των "μετανοείτε!"; Ή μόνο πιστεύουν τους τραυλούς;

Έχουν κάτι για το οποίο είναι περήφανοι. Πώς το αποκαλούν, αυτό που τους κάνει περήφανους; Πολιτισμό, το αποκαλούν, τους ξεχωρίσει από τα γιδοκόπαδα. Δεν τους αρέσει, συνεπώς, ν' ακούνε για 'περιφρόνηση' των εαυτών τους. Άρα θα μιλήσω στην περηφάνεια τους. Θα τους μιλήσω για το πιο περιφρονητικό πράμα: αυτό, όμως, είναι ο τελευταίος άνθρωπος!"

Και έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα στους ανθρώπους:

Είναι καιρός ο άνθρωπος να σταθεροποιήσει το στόχο του. Είναι καιρός ο άνθρωπος να φυτέψει το σπόρο της υψηλότερης ελπίδας του. Ακόμα είναι το χώμα του αρκετά εύφορο γι' αυτό. Αλλά αυτό το χώμα θα είναι μια μέρα φτωχό κι εξαντλημένο, και κανένα αγέρωχο δέντρο δε θα φυτρώνει πια από τότε και μετά.

Αλοίμονο! έρχεται ο καιρός που ο άνθρωπος δε θα πετάει το βέλος της λαχτάρας του πέρα από τον άνθρωπο- και το σκοινί του τόξου του θα έχει ξεμάθει να σφυρίζει! Σας λέω: κάποιος πρέπει να έχει χάος μέσα του, για να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει. Σας λέω: έχετε ακόμη χάος μέσα σας. Αλοίμονο! Έρχεται ο καιρός που ο άνθρωπος δε θα γεννάει πια κανένα αστέρι. Αλοίμονο! Έρχεται ο καιρός του πιο σιχαμερού ανθρώπου, που δεν μπορεί πια να σιχαθεί τον εαυτό του.

Σταθείτε! Σας δείχνω τον τελευταίο άνθρωπο. "Τι είναι αγάπη; Τι είναι δημιουγία; Τι είναι λαχτάρα; Τι είναι ένα αστέρι;"- έτσι ρωτάει ο τελευταίος άνθρωπος και ανοιγοκλείνει τα μάτια. Η γη έχει λοιπόν γίνει μικρή, και σ΄ αυτήν πηδάει ο τελευταίος άνθρωπος που έκανε τα πάντα μικρά. Το ζωικό είδος του είναι ανεξάλειφτο όπως αυτό της ψείρας, ο τελευταίος άνθρωπος ζει περισσότερο.

"Έχουμε ανακαλύψει την ευτυχία"- λένε οι τελευταίοι άνθρωποι, και ανοιγοκλείνουν τα μάτια μ' αυτό. Έχουν αφήσει τις περιοχές όπου είναι δύσκολο να ζήσουν, γιατί χρειάζονται ζεστασιά. Αγαπάνε ακόμη τους γείτονές τους και κάνουν παρέα μαζί τους, γιατί χρειάζονται ζεστασιά. Το να αρρωστήσεις και να γίνεις δύσπιστος, το θεωρούν αμαρτία: περπατάνε προσεκτικά. Είναι ανόητος αυτός που ακόμα παραπατάει σε πέτρες ή ανθρώπους! Λίγο δηλητήριο κάπου κάπου: κάνει τα όνειρα ευχάριστα. Και πολύ δηλητήριο στο τέλος για έναν ευχάριστο θάνατο. Δουλεύουν ακόμα, γιατί η δουλειά είναι ψυχαγωγία. Αλλά είναι προσεκτικοί, μήπως η ψυχαγωγία τους βγει σε κακό. Δε γίνονται πλούσιοι ή φτωχοί, και τα δύο είναι επαχθή.

Ποιός ακόμα θέλει να κυβερνήσει; Ποιός ακόμα θέλει να υπακούσει; και τα δύο είναι επαχθή. Κανένας βοσκός, και ένα κοπάδι! Όλοι θέλουν το ίδιο, όλοι είναι ίσοι: αυτός που έχει διαφορετικά συναισθήματα πάει εθελουσίως στο τρελοκομείο. "Πριν όλος ο κόσμος ήταν τρελός,"- λένε οι πιο λεπτοί απ' αυτούς, και ανοιγοκλείνουν τα μάτια μ' αυτό. Είναι έξυπνοι και ξέρουν όλα όσα έχουν συμβεί: έτσι δεν έχουν τέλος τα πειράγματά τους. Οι άνθρωποι ακόμα διχογνωμούν, αλλά σύντομα συμφιλιώνονται- αλλιώς τους πειράζει στο στομάχι. Έχουν τις μικρές τους απολαύσεις της ημέρας, και τις μικρές τους απολαύσεις της νύχτας, αλλά υπολογίζουν την υγεία. "Έχουμε ανακαλύψει την ευτυχία,"- λένε οι τελευταίοι άνθρωποι, και ανοιγοκλείνουν τα μάτια μ' αυτό.-

Κι εδώ τελείωσε η πρώτη ομιλία του Ζαρατούστρα, που επίσης λέγεται "Ο Πρόλογος", αφού σ' αυτό το σημείο οι φωνές και το κέφι του πλήθους τον διέκοψαν. "Δώσε μας αυτόν τον τελευταίο άνθρωπο, ω Ζαρατουστρα,"- φώναξαν- "κάνε εμάς αυτούς τους τελευταίους ανθρώπους! Τότε θα σου κάνουμε το δώρο του Υπεράνθρωπου!" Και όλοι οι άνθρωποι αγαλλίασαν και χτύπησαν τα χείλη τους. Ο Ζαρατούστρα, όμως, λυπήθηκε, και είπε στην καρδιά του: "Δεν με καταλαβαίνουν: δεν είμαι το στόμα γι' αυτά τα αυτιά. Πολύ, ίσως, έχω ζήσει στα βουνά, πολύ έχω αφουγκραστεί τα ρέματα και τα δέντρα: τώρα μιλάω σ' αυτούς σα σε γιδοκόπαδα. Ήσυχη είναι η καρδιά μου, και καθαρή, όπως τα βουνά το πρωί. Αλλά με θεωρούνε ψυχρό, και έναν εμπαίχτη που κάνει άσχημα αστεία. Και τώρα με κοιτάνε και γελάνε: και καθώς γελάνε με μισούν επίσης. Υπάρχει πάγος στο γέλιο τους."

VI.

Τότε, όμως, κάτι συνέβη που βούβανε κάθε στόμα και βίδωσε κάθε βλέμμα. Στο μεταξύ, φυσικά, ο σχοινοβάτης είχε ξεκινήσει την επίδειξή του: είχε βγει από μια μικρή πόρτα, και περπατούσε κατά μήκος του σκοινιού που ήταν τεντωμένο μεταξύ δύο πύργων, έτσι ώστε κρεμόταν πάνω από την αγορά και τους ανθρώπους. Όταν έφτασε στη μέση της απόστασης, η μικρή πόρτα άνοιξε για μια ακόμη φορά, και ένας παρδαλά ντυμένος τύπος σαν γελωτοποιός πήδηξε προς τα έξω, και πήγε γρήγορα προς τον άλλο.

"Τρέχα, κουτσοπόδαρε," φώναξε η τρομακτική φωνή του, "τρέχα, τεμπελοκόκκαλε, απατεώνα, χλωμοπρόσωπε!- μπας και σε γαργαλίζω με τη φτέρνα μου! Τι κάνεις εδώ ανάμεσα στους πύργους; Μέσα στον πύργο είναι η θέση σου, έπρεπε να σε κλειδώσουν, σε έναν καλύτερο από τον εαυτό σου έχεις εμποδίσει το δρόμο!"-

Και με κάθε λέξη ερχόταν πιο κοντά στον πρώτο. Όταν, όμως, ήταν μόλις ένα βήμα πίσω του, συνέβη το τρομακτικό πράγμα που έκανε κάθε στόμα να βουβαθεί και κάθε βλέμμα να βιδωθεί- έβγαλε μια κραυγή σαν το διάβολο, και πήδηξε πάνω στον άλλο που συνέχιζε να προχωράει. Ο δεύτερος, όμως, όταν είδε τον αντίπαλό του να θριαμβεύει, έχασε την ίδια στιγμή το μυαλό του και το πάτημά του στο σκοινί. Πέταξε το κοντάρι του μακρυά, και έπεσε προς τα κάτω γρηγορότερα απ' αυτό, σαν ένας στρόβιλος από χέρια και πόδια, στο βάθος.

Η αγορά και οι άνθρωποι ήταν σαν τη θάλασσα όταν έρχεται η καταιγίδα: όλοι πετάχτηκαν από δω κι από κει άτακτα, ειδικά από κεί που θά 'πεφτε το σώμα. Ο Ζαρατούστρα, όμως, παρέμεινε όρθιος, και το σώμα έπεσε ακριβώς δίπλα του, άσχημα τραυματισμένο και παραμορφωμένο, αλλά όχι ακόμα νεκρό. Μετά από λίγο οι αισθήσεις επανήλθαν στον κομματιασμένο άντρα, και είδε τον Ζαρατούστρα να γονατίζει δίπλα του. "Τι κάνεις εκεί;" είπε τελικά, "Ήξερα από πολύ πριν οτι ο διάβολος θα μου βάλει τρικλοποδιά. Τώρα με έσυρε στην κόλαση: θα τον εμποδίσεις;"

"Στην τιμή μου, φίλε μου," απάντησε ο Ζαρατούστρα, "δεν υπάρχει τίποτε απ' όλα αυτά για τα οποία μίλησες: δεν υπάρχει διάβολος και ούτε κόλαση. Η ψυχή σου θα είναι νεκρή ακόμα πιο νωρίς κι απ' το σώμα σου, μη φοβάσαι, συνεπώς, τίποτα πια!" Ο άντρας τον κοίταξε δύσπιστα.

"Αν μιλάς την αλήθεια," είπε, "δε χάνω τίποτα όταν χάσω τη ζωή μου. Δεν είμαι πολύ περισσότερο από ένα ζώο που έχει διδαχτεί να χορεύει με σφυρίγματα και λίγο φαΐ." "Καθόλου," είπε ο Ζαρατούστρα, "έχεις κάνει τον κίνδυνο επάγγελμά σου, στο οποίο δεν υπάρχει τίποτε περιφρονητικό. Τώρα καταστρέφεσαι από το επάγγελμά σου: γι' αυτό θα σε θάψω με τα ίδια μου τα χέρια." Όταν ο Ζαρατούστρα το είπε αυτό ο ετοιμοθάνατος δεν απάντησε άλλο, παρά κούνησε το χέρι του σα να αναζητούσε το χέρι του Ζαρατούστρα σε ευγνωμοσύνη.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 03.11.08 14:22, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τάδε έφη Ζαρατούστρα   03.11.08 14:11

VII.

Εν τω μεταξύ το βράδυ ήρθε, και η αγορά σκεπάστηκε στο σκοτάδι. Τότε οι άνθρωποι σκόρπισαν, αφού ακόμα και η περιέργεια και ο τρόμος κουράζονται. Ο Ζαρατούστρα, όμως, καθόταν ακόμα στο έδαφος δίπλα στον νεκρό άντρα, απορροφημένος σε σκέψη: έτσι έχασε την ώρα. Αλλά τελικά ήρθε νύχτα, και ένας κρύος αέρας φύσηξε προς τον μοναχικό.

Τότε σηκώθηκε ο Ζαρατούστρα και είπε στην καρδιά του: Πραγματικά, μια θαμάσια ψαριά έχει κάνει ο Ζαρατούστρα σήμερα! Δεν είναι άντρας που έχει πιάσει, αλλά πτώμα. Σκοτεινή είναι η ανθρώπινη ζωή, και ως τώρα χωρίς νόημα: ένας γελωτοποιός μπορεί ν' αποδειχτεί μοιραίος γι' αυτήν. Θέλω να διδάξω στους ανθρώπους τη σημασία της ύπαρξής τους, που είναι ο Υπεράνθρωπος, η αστραπή που βγαίνει απ' το μαύρο σύννεφο- ο άνθρωπος.

Αλλά ακόμα είμαι μακρυά τους, και η λογική μου δε μιλάει στη λογική τους. Για τους ανθρώπους είμαι ακόμα κάτι μεταξύ ανόητου και πτώματος. Σκοτεινή είναι η νύχτα, σκοτεινοί είναι οι τρόποι του Ζαρατούστρα. Έλα, εσύ κρύε και στιφέ σύντροφε! Θα σε μεταφέρω στο μέρος όπου θα σε θάψω με τα ίδια μου τα χέρια.

VIII.

Αφού ο Ζαρατούστρα είπε αυτά στην καρδιά του, έβαλε το πτώμα στους ώμους του και ξεκίνησε για το δρόμο του. Μα δεν είχε κάνει εκατό βήματα, όταν κινήθηκε προς αυτόν ένας άντρας και ψιθύρισε στ' αυτί του- και να! αυτός που μίλησε ήταν ο γελωτοποιός από τον πύργο. "Φύγε απ' αυτή την πόλη, ω Ζαρατούστρα," είπε, "είναι πολλοί εδώ που σε μισούν. Οι καλοί και οι δίκαιοι σε μισούν, και σε αποκαλούν εχθρό τους και καταφρονητή. Οι πιστοί της ορθόδοξης πίστης σε μισούν, και σε αποκαλούν κίνδυνο για το πλήθος. Ήταν καλή σου τύχη που γέλασαν μαζί σου: πράγματι μίλησες σα γελωτοποιός. Ήταν καλή σου τύχη να κανεις παρέα με το ψόφιο σκυλί. Με το να εξευτελίσεις τον εαυτό σου έτσι έχεις σώσει τη ζωή σου σήμερα. Φύγε, όμως, απ' αυτή την πόλη,- διαφορετικά αύριο θα πηδήξω από πάνω σου, ένας ζωντανός πάνω από έναν νεκρό." Και όταν είπε αυτά, ο γελωτοποιός εξαφανίστηκε.

Ο Ζαρατούστρα, όμως, συνέχισε μέσα από τους σκοτεινούς δρόμους. Στην πύλη της πόλης οι νεκροθάφτες τον συνάντησαν: φώτησαν με τους δαυλούς τους το πρόσωπό του, και, αναγνωρίζοντας τον Ζαρατούστρα, αγριεμένα τον χλεύασαν. "Ο Ζαρατούστρα μεταφέρει μακρυά το ψόφιο σκυλί: καλά που ο Ζαρατούστρα έχει μετατραπεί σε νεκροθάφτη! Γιατί τα χέρια μας είναι πολύ καθαρά γι' αυτό το ψοφίμι. Θα κλέψει ο Ζαρατούστρα τη μπουκιά από το διάβολο; Ε λοιπόν, καλή τύχη στο γεύμα! Μακάρι ο διάβολος να μην είναι καλύτερος κλέφτης από τον Ζαρατούστρα!- θα τους κλέψει και τους δυο, θα τους φάει και τους δυο!" Και γέλασαν μεταξύ τους, και ένωσαν τα κεφάλια τους. Ο Ζαρατούστρα δεν έδωσε απάντηση σ' αυτά, αλλά συνέχισε το δρόμο του.

Όταν είχε προχωρήσει για δύο ώρες, περνώντας από δάση και βάλτους, είχε ακούσει τόσο πολύ το πεινασμένο ούρλιασμα των λύκων, που και ο ίδιος πείνασε. Έτσι σταμάτησε σ' ένα μοναχικό σπίτι στο οποίο έκαιγε ένα φως. "Η πείνα μου επιτέθηκε," είπε ο Ζαρατούστρα, "σαν ληστής. Ανάμεσα σε δάση και βάλτους η πείνα μου μου επιτέθηκε, και αργά τη νύχτα. Περίεργα γούστα έχει η πείνα μου. Συχνά μου έρχεται μόνο μετά από ένα γεύμα, και όλη τη μέρα δεν έρχεται: πού ήταν;"

Και τότε ο Ζαρατούστρα χτύπησε την πόρτα του σπιτιού. Ένας γέρος εμφανίστηκε, που κρατούσε έναν φανό, και ρώτησε: "Ποιός έρχεται σε μένα και στον άσχημο ύπνο μου;" "Ένας ζωντανός άνθρωπος κι ένας νεκρός," είπε ο Ζαρατούστρα. "Δώσε μου κάτι να φάω και να πιώ, το ξέχασα κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Αυτός που τρέφει τους πεινασμένους ανανεώνει τη δική του ψυχή, λέει η σοφία."

Ο γέρος αποχώρησε, αλλά επέστρεψε αμέσως και προσέφερε στον Ζαρατούστρα ψωμί και κρασί. "Κακή χώρα για τους πεινασμένους," είπε, "γι' αυτό ζω εδώ. Ζώο και άνθρωπος έρχονται σε μένα, τον αναχωρητή. Όμως δώσε στο σύντροφό σου να φάει και να πιεί κι αυτός, είναι πιο κουρασμένος από σένα." Ο Ζαρατούστρα απάντησε: "Ο σύντροφός μου είναι νεκρός, πολύ δύσκολα θα τον πείσω να φάει." "Αυτό δε με αφορά εμένα," είπε ο γέρος σκυθρωπά. "Αυτός που χτυπάει την πόρτα μου πρέπει να πάρει αυτό που του προσφέρω. Φάε, και γειά χαρά σου!"-

Στη συνέχεια ο Ζαρατούστρα περπάτησε ξανά για δυο ώρες, εμπιστευόμενος το μονοπάτι και το φως των αστεριών: ήταν ένας έμπειρος νυχτο-περπατητής, και του άρεσε να κοιτάζει στα πρόσωπα όλων όσοι κοιμόνταν. Όταν το πρωί ήρθε, όμως, ο Ζαρατούστρα βρέθηκε σ' ένα πυκνό δάσος, και δεν έβλεπε κανένα μονοπάτι. Τότε έβαλε τον νεκρό σ' ένα κούφιο δέντρο κοντά στο κεφάλι του- γιατί ήθελε να τον προστατεύσει από τους λύκους- και ξάπλωσε στο έδαφος και τα βρυόχορτα. Και αμέσως τον πήρε ο ύπνος, κουρασμένος στο σώμα, αλλά με ήρεμη ψυχή. σώμα, αλλά με ήρεμη ψυχή. κούνησε το χέρι του σα να αναζητούσε το χέρι του Ζαρατούστρα σε ευγνωμοσύνη.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τάδε έφη Ζαρατούστρα   03.11.08 14:20

VIIII.

Πολύ κοιμήθηκε ο Ζαρατούστρα, και όχι μόνο η ροδαλή αυγή πέρασε πάνω απ' το κεφάλι του, αλλά και το πρωί. Εν τέλει, όμως, τα μάτια του άνοιξαν, και με θαυμασμό ατένισε το δάσος και την ηρεμία, με θαυμασμό ατένισε τον εαυτό του. Μετά σηκώθηκε γρήγορα, σαν ένας θαλασσοταξιδευτής που εντελώς απότομα βλέπει τη στεριά, και φώναξε από χαρά: γιατί είδε μια καινούρια αλήθεια.

Και μίλησε έτσι στην καρδιά του: Ένα φως έχει πέσει πάνω μου: χρειάζομαι συντρόφους- ζωντανούς, όχι νεκρούς και πτώματα, τους οποίους μεταφέρω όπου επιθυμώ. Αλλά χρειάζομαι ζωντανούς συντρόφους, που θα με ακολουθήσουν επειδή θέλουν να ακολουθήσουν τους εαυτούς τους- και στο μέρος όπου επιθυμώ. Ένα φως έχει πέσει πάνω μου. Δε θα μιλάει στους ανθρώπους ο Ζαρατούστρα, αλλά σε συντρόφους! Ο Ζαρατούστρα δε θα είναι του κοπαδιού ο βοσκός και το σκυλί!

Για να προσελκύσω πολλούς απ' το κοπάδι- γι' αυτό το σκοπό έχω έρθει. Οι άνθρωποι και το κοπάδι πρέπει να είναι θυμωμένοι μαζί μου: ληστή θα τον πούνε το Ζαρατούστρα οι βοσκοί. Βοσκοί, λέω, αλλά αυτοί αποκαλούν τους εαυτούς τους καλούς και δίκαιους. Βοσκοί, λέω, αλλά αυτοί αποκαλούν τους εαυτούς τους πιστούς στην ορθόδοξη πίστη.

Κοιτάξτε τους καλούς και τους δίκαιους! Ποιόν μισούν περισσότερο; Αυτόν που έσπασε τους πίνακες αξιών τους, τον παραβάτη, τον παραβιαστή του νόμου- αυτός, όμως, είναι ο δημιουργός. Κοιτάξτε τους πιστεύοντες σε όλες τις πίστεις! Ποιόν μισούν περισσότερο; Αυτόν που έσπασε τους πίνακες αξιών τους, τον παραβάτη, τον παραβιαστή του νόμου- αυτός, όμως, είναι ο δημιουργός.

Συντρόφους, ο δημιουργός αναζητεί, όχι πτώματα- και ούτε και κοπάδια ή πιστούς. Συνδημιουργούς ο δημιουργός αναζητεί- αυτούς που χαράζουν καινούριες αξίες σε καινούριες πλάκες. Συντρόφους, ο δημιουργός αναζητεί, και συνθεριστές: γιατί όλα είναι ώριμα για το θέρο μαζί του. Αλλά του λείπουν τα εκατό δρεπάνια: έτσι ξεφλίζει τα καλαμπόκια και είναι θυμωμένος. Συντρόφους, ο δημιουργός αναζητεί, και απ΄ αυτούς που ξέρουν να τροχίζουν τα δρεπάνια τους. Καταστροφείς, θα αποκληθούν, και καταφρονητές του καλού και του κακού.

Αλλά είναι οι θεριστές και οι αγαλλιάζοντες. Συνδημιουργούς, ο Ζαρατούστρα αναζητεί, συνθεριστές και συναγαλλιάζοντες, ο Ζαρατούστρα αναζητεί: τι έχει να κάνει με κοπάδια βοσκούς και πτώματα! Κι εσύ, πρώτε μου σύντροφε, αναπαύσου εν ειρήνη! Καλά σε έχω θάψει στο κούφιο σου δέντρο, καλά σε έχω κρύψει από τους λύκους. Αλλά χωρίζω από σένα, ο καιρός έχει έρθει. Άνάμεσα στη ρόδινη αυγή και στη ρόδινη αυγή ήρθε σε μένα η καινούρια αλήθεια.

Δεν είμαι για βοσκός, δεν είμαι για νεκροθάφτης. Ούτε πια θα κάνω διάλεξη στους ανθρώπους, για τελευταία φορά έχω μιλήσει στους νεκρούς. Με τους δημιουργούς, τους θεριστές, και τους αγαλλιάζοντες θα συναναστρέφομαι: το ουράνιο τόξο θα τους δείξω, και όλα τα σκαλοπάτια προς τον Υπεράνθρωπο.

Στους μοναχικούς θα τραγουδήσω το τραγούδι μου, και σ' αυτούς που ζούνε δυο μαζί. Και σ' αυτόν που έχει ακόμα αυτιά για το ανείκουστο, θα κάνω την καρδιά βαριά με την ευτυχία μου. Πάω για το στόχο μου, ακολουθώ την πορεία μου, πάνω από τους αργόσχολους και τους αργοπορημένους θα πηδήσω. Έτσι ας είναι η πρόοδός μου η κάθοδός τους!

X.

Αυτό είχε πει ο Ζαρατούστρα στην καρδιά του όταν ο ήλιος έφτασε στη μέση της μέρας. Τότε κοίταξε διερευνητικά προς τα πάνω,- γιατί είχε ακούσει από πάνω του την κοφτερή κραυγή ενός πουλιού. Και να! Ένας αετός σάρωνε τον αέρα με πλατιούς κύκλους, και πάνω του κρέμονταν ένα φίδι, όχι σαν τροφή, αλλά σα φίλος: γιατί κρατιόνταν κουλουριασμένο γύρω από του αετού το λαιμό.

"Είναι τα ζώα μου," είπε ο Ζαρατούστρα, και αγαλλίασε η καρδιά του. "Το πιο περήφανο ζώο υπό τον ήλιο, και το πιο σοφό ζώο υπό τον ήλιο,- έχουν βγει να κατασκοπεύσουν. Θέλουν να μάθουν αν ο Ζαρατούστρα ακόμα ζει. Αλήθεια, ζω ακόμα; Πιο επικίνδυνο το έχω δει ανάμεσα στους ανθρώπους παρά ανάμεσα στα ζώα. Σε επικίνδυνα μονοπάτια πάει ο Ζαρατούστρα. Ας με οδηγήσουν τα ζώα μου! Όταν ο Ζαρατούστρα είπε αυτό, θυμήθηκε τα λόγια του άγιου στο δάσος.

Τότε αναστέναξε και μίλησε έτσι στην καρδιά του: Είθε να ήμουν σοφότερος! Είθε να ήμουν σοφός στην καρδιά, όπως το φίδι μου! Αλλά ζητάω το αδύνατο. Γι' αυτό και ζητάω από την περηφάνεια μου να πηγαίνει πάντα μαζί με τη σοφία μου! Και αν η σοφία μου κάποια μέρα με παρατήσει:- αλοίμονο! της αρέσει να πετάει μακρυά!- ας πετάξει τότε η περηφάνεια μου μαζί με την αφροσύνη μου!" Έτσι ξεκίνησε του Ζαρατούστρα η κατάβαση.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
Τάδε έφη Ζαρατούστρα
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
 :: eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa :: Arts :: Esoteric-
Μετάβαση σε: