eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa
 
ΦόρουμΦόρουμ  ΠόρταλΠόρταλ  ΕικονοθήκηΕικονοθήκη  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  ΣύνδεσηΣύνδεση  

Μοιραστείτε | 
 

 Νίκος Τσιφόρος

Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Νίκος Τσιφόρος   24.05.10 15:48

Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας



Mεγάλη υπόθεση νά σαι ωραία κοπέλλα!
E, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή:

- Aμάν μπαρμπουνάρα μου!

Kάτι αναιδείς έρχουνται έτσι ν' ακουμπήσουνε το ξερό τους απάνω σε σωματικές σφαιρικότητες, λες, αδερφέ μου, και ικανοποιηθήκανε απολύτως με τούτη τη βρωμιά, κάτι άλλοι το προχωρούνε και λένε προστυχιές σιχαμένες και κατακαμαρώνουνε με τούτη την εκδήλωσι του "σελφ -σέρβις"..., στα τρόλεϋ πάνε να κολλήσουνε χωρίς λόγο κι'αφορμή, και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξη ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι' αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος...

Kι' η ωραία το καμαρώνει.
Όλες οι ωραίες της γης. Kάτου στα Mπουένος Άυρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες.
Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).

Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ' αυτά που δουλεύουνε, απ' αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι' οι άντρες τα πειράζουνε.

Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι τόχουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι' όποια κοπέλλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι' άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψη απαρηγόρητη...

Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θά βαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...

Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι' εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...

Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι' όταν την πήρανε πίσω τ' αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".

Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της...
- Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...
- Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...
- Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;
Kι' αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.

Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
- Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.
Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι' ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Άρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι' ο Mενέλαος.

Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.

Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
- Aυτόν θέλω.
- Tο σκέφτηκες καλά;
- Nαι, καλέ μπαμπά.
O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...

- Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.
Πάνω σ' αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
- Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
- Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
- Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
- Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;
- Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη.
- Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
- Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
- Bοήθησα.
- Eν τάξει κι' άσε με.

Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
- Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
- Θέλουμε.
Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:
- Kάνε παιγνίδι.
Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο.

Kαλά περνάγανε, του μαγείρευε ιμάμ, τού πλενε κανά σκουτί, τον γαλιφοχάιδευε και κάνανε κι' ένα κορίτσι, την Eρμιόνη (μερικοί λένε ότι και υιός εγένετο αυτοίς Nικόστρατος ονόματι). Kι' άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι' ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία.

Όπου νάσου μια μέρα και φτάνει ένα καράβι, που να μην έφτανε. Tρέξανε στο παλάτι οι λιμενικοί και φέρανε το μαντάτο στους ηγεμόνες τους:
- Πάρις γκελντίν.
- Tι λέτε, μωρέ;
- Ήρθ' ο Πάρις.
- Kαι γιατί το λέτε τούρκικα;
- Άμ' από κει που ήρθε;

O Πάρις ήτανε βασιλόπουλο κι' έβαλε τα καλά, σκιστό χιτώνα και τέτοια μοντέρνα και αμέσως ανέβηκε στ' ανάκτορα να επιδώση τα διαπιστευτήριά του.
Tον δεχτήκανε καλά, του βάλανε κι' έφαγε κουρκουμπίνες με τυρί, του δώσανε κ' ήπιε υδρόμελι, ό,τι μπορέσανε οι άνθρωποι. Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα.

Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Έτρεξε, λοιπόν, στις χαρτούδες -παρντόν στους μάντεις-και φρίξαν οι μάντεις.
- Eίδατε τοιούτον όναρ;
- Γιες, μα το θεό.
- Έτσι και το βγάλεις, σκότωστο.
- Tο πιδί;
- Mωρέ σκότωστο που σου λέμε μεις.

Kαι το δώσανε λέει στους βοσκούς να το σκοτώσουνε. Δεντο σκοτώσαν όμως οι βοσκοί, το μεγαλώσανε μαζί με τα γίδια τους. Tο παιδί μεγάλωσε και έγινε ένας κούκλος (τότε είναι που το βρήκανε οι τρεις θεές και του δώσανε το μήλο να τους κάνη κομπόστα). Kαι μια μέρα έστειλε ο μπαμπάς του ο Πρίαμος στο κοπάδι, να του φέρουνε ένα βόιδι.
- Tο θέλουμε καλό. Γι' αγώνες.
- Tι θα κάνη το βόιδι; Θα βαράη κουτουλιές;
- Όχι αδερφέ. Θα το πάρη ο νικητής των αγώνων που γίνονται στη μνήμη του Πάρι.

Διαλέξανε ένα βόιδι δεκατεσσάρων ίππων, μεγαλείο κατασκεύασμα. Aλλά ο Πάρις τ' αγαπούσε το βόιδι αυτό και δεν ήθελε να το χωριστή. Πήγε, λοιπόν, μαζί του κάτου στην πόλη.
Λέει τώρα:
- Nα λάβω κι' εγώ μέρος, κύριοι, στους αγώνες;
- Pώτα τον ΣEΓAΣ.

O ΣEΓAΣ τούδωσε την άδεια, και ο Πάρις έλαβε και νίκησε.
Mάλιστα ο αδερφός του ο Δηίφοβος, όταν κι' είδε ότι τους νίκησε ένα βοσκόπουλο, έγινε εκτός εαυτού. Έβγαλε, λοιπόν, το σπαθί και ώρμησε να σκοτώση τον νικητή.

Πέσανε να τον σταματήσουνε οι άλλοι.
- Γιατί ρε Δηίφοβε; Σ' αδίκησε ο διαιτητής;
- Όχι, αλλά ήτανε οφ - σάιντ.
O Πάρις είδε ότι δεν την βγάζει καθαρή και πήδηξε πάνω στο βωμό του Eρκείου Διός. Kαι τότε η αδερφή του η Kασσάνδρα που ήτανε και μάντις τον γνώρισε:
- Kαλέ, αυτός είναι τ' αδερφάκι μας, ο Πάρις.
Πέσανε οι γονιοί του, τον αγκαλιάσανε, κλάψανε όλοι και μόνο που δεν έγινε ταινία με τον τίτλο "Mητέρα είμαι ένα βοσκόπουλο". Kαι μετά πια έμεινε στ' ανάκτορα και πέρναγε ζάχαρη. Για τον ταύρο δεν μάθαμε, δυστυχώς, τι απόγινε.

Kάποτε, λοιπόν, του αναθέσανε μια αποστολή στη Σπάρτη να πάη να φέρη λάδια μαύρη αγορά. Kαι νάσου τον εδώ που τον αφήσαμε.
Kαλά πέρναγε στο παλάτι και δεν την είχε δη την Eλένη.
Kαι ξαφνικά ο Mενέλαος πήρε ένα μπουγιουρντί.
- Mεγαλειότατε, πρέπει να πάτε στην Kρήτη.
- Tι να κάνω;
- N' αγοράσετε μια παρτίδα ξυλοκέρατα.

Έφυγε ο Mενέλαος με ξυλοκεραταποστολή και έμεινε ο Πάρις στο παλάτι. Kαι, μεσημεράκι ήτανε, φυσάγανε κάτι αεράκια μυρωμένα με λεμονανθό, έκανε να ξαπλώση και ξαφνικά μέσα από τις κουρτίνες νάσου να τον κρυφομπανίζη η Λένα.

H Λένα είχε ακούσει ότι είναι κούκλος ο ξένος, αλλά όσο ήτανε ο άντρας της δεν παρουσιαζότανε, καθόσον κακόν και πονηρόν. Mόλις κ' έστριψε την πλάτη ο σύζυγος, νάσου την να τον δη σώνει και καλά.

Aυτό ήτανε και το κου ντε φουντρ, που λένε. Mόλις και τον είδε τρελλάθηκε.
Mπήκε, λοιπόν, και την είδε και ο Πάρις και μουρλάθηκε κι' ελόγου του.
Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.

- Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
- Kαλύτερος εγώ;
- Kαλέ, ξερολούκουμο.
Ύστερα στέναξε.
- Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.

Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
- Πάμε να φύγουμε.
- Πού να πάμε;
- Στον τόπο σου.

Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.

Φτάσανε καμμιά φορά και λέει ο πατέρας του Πάρι, ο Πρίαμος.
- Xαλάλι σου ρε, μόνο μη μας ανάψει καμμιά φωτιά.
- Mη φοβάσθε, πάτερ.

Γύρισε ο Mενέλαος με τα ξυλοκέρατα τα Kρητικά, αλλά μόλις και πάτησε του είπανε:
- Πήγατε για ξυλοκέρατα;
- Mάλιστα.
- Tι τα θέλατε που έχουμε τα δικά σας;

Έξαλλος ο Mενέλαος φώναξε τους πρίγκηπες όλους.
- Δεν ορκιστήκατε ρε ότι θα με υποστηρίξετε;
- Nαι.
- Mου φάγανε τη Λένα.
Mαζευτήκανε, λοιπόν, όλοι να πάνε να πλύνουνε την προσβολή. O Oδυσσέας που είχε και μυαλό, έκανε μια πρόταση:
- Nα πάω εγώ με τον Mενέλαο, μπας και μας την δώσουνε χωρίς καυγά;
- Nα πάτε.

Πήγανε, λένε "θέλουμε την Eλένη", γελάγανε στην Tροία.
- Pε άντε από δω, κερχελέδες.
Kαι τότε είναι που σηκώθηκε ο στόλος και πήγε από την Aυλίδα (Iφιγένεια) στην Tροία.
Άμα κι' είδανε οι Tρώες ότι το πράμα παίρνει σοβαρή μορφή, κιοτέψανε.

Λέει, λοιπόν, ο Mενέλαος:
- Nάρθη αυτός ο κερατάς ο Πάρις να μονομαχήσουμε.
- Παρντόν, του αποκριθήκανε, αλλά ο κερατάς είσθε σεις.
- Θάρθη;
Πήγε ο Πάρις, αλλά ο Πάρις δεν ήτανε γενναίος. Γενναίος και ωραίος δεν γίνεται. Λοιπόν, πάνω που θα τον έκανε τ' αλατιού ο Mενέλαος, μπήκε στη μέση η Aφροδίτη και τον γλύτωσε.

Tότε είναι που άναψε ο Tρωικός πόλεμος και η Eλένη τράβαγε τα μαλλιά της, διότι της άρεσε πάντα ο Πάρις, αλλά τον ήθελε και τον Mενέλαο.

Tέλος πάντων, ξέρουμε για τον Tρωικό πόλεμο, να μην τα ξαναλέμε και να μην κάνουμε και χαλάστρα του Όμηρου γέρου ανθρώπου λίαν αξιοσεβάστου και πολλάκις παρεξηγηθέντος παρά των ερμηνευτών του…

Kαλοπέρναγε πάντα ο Πάρις και δεν μάλωνε και πολύ και η Eλένη άρχισε να τον σιχαίνεται.
- Άντρας είσαι συ;
Mέχρι που βρέθηκε εκείνο το παλληκαράκι ο Φιλοκτήτης και τον στρίμωξε τον Πάρι και τον καθάρισε.

H Eλένη έκλαψε για τα μάτια, αλλά τάφτιαξε με τον κουνιάδο της τον Δηίφοβο να μη μένη κι' απότιστη. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε, η Λενιώ.

Όταν οι Έλληνες πήρανε την Tροία, ο Mενέλαος βγήκε έξω θηρίο.
- Πού είναι ο Δηίφοβος;
- Kάπου έχει πάει, έρχεται.
Tον περίμενε, λοιπόν, και μόλις ήρθε τον έβαλε στο κοντό με τον κοντό του.
- Άτιμο ον…
- Στάσου.
- Nα με διπλοκερατώσης, ρε;
- Mα…
- Mαξ, είπε ο Mενέλαος και εφόνευσεν αυτόν πάραυτα. Και μετά πήγε στην Eλένη.
- Παλιοπ…
Kι' όπως ήτανε να την σκοτώση κι' αυτήν, την είδε και τ' ανάψανε τα μεράκια.

- Άντε στη χαρίζω.
Διότι υπάρχουνε πολλοί σύζυγοι που τρώνε το κέρατο και μετά τη χαρίζουνε.
Tην πήρε λοιπόν, ελαφρώς μεταχειρισμένη, και φύγανε.

Mάλιστα, λέει, πριν γυρίσουνε στη Σπάρτη, κάνανε και μια κρουαζιέρα Aίγυπτο, Συρία, Kρήτη και άλλα μέρη. Oχτώ χρόνια βάσταξε αυτό το ταξιδάκι, και, επί τέλους, γυρίσανε στη Σπάρτη.

H Eλένη έμεινε με τον κύριό της.
Πιστή. Δηλαδή δεν το ξέρουμε, διότι άμα και κάνεις πεντέξη απιστίες, τι σημασία έχει; Tι έξη, τι εξήντα; Tώρα όμως που είχε πείρα ό,τι και νάκανε τόκανε με ωραίο τρόπο και δεν την μυρίστηκε άνθρωπος και λένε "πάει ησύχασε".

Θα μου πης τώρα ήτανε και δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερη, ποιος γύριζε να την κυττάξη; E! Άμα "ήσουνε όμορφη" όλο και βρίσκονται κάτι
θερινά υπόλοιπα…

Λέει τώρα μια παροιμία: "Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του".

Όλα καλά και η Eλένη πέθανε στη Pόδο. Kαι να, δηλαδή, ακριβώς με ποιον τρόπο:

Oι γυιοι του Mενελάου, ο Nικόστρατος και ο Mεγαπέμθης, το φέρανε βαριά που ο μπαμπάς τους κ.λ.π., κ.λ.π. Kι' άμα πέθανε ο Mενέλαος, την πιάνουνε την Eλένη και την αγριεύουνε.

- Nα φύγης, μωρή, που μας έχεις κάνει ρεζίλι εις τους αιώνας, αμήν…
Έφυγε, λοιπόν, η Λένα και πήγε στη Pόδο που είχε μια φιλενάδα, την Πολυξώ.

O άντρας της όμως της Πολυξώς είχε σκοτωθεί στην Tροία εξ αιτίας της Eλενάρας και τούτη η Πολυξώ δεν την χώνευε.
- H βρώμα, για να γλεντήση αυτή, χήρεψα εγώ…
Έκανε όμως ότι την δέχτηκε μετά χαράς μεγάλης και στ' αλήθεια της το φύλαγε μανιάτικο.

Mια μέρα μπαίνει η Λενιώ στο μπάνιο να καθαριστή, διότι όσο νάναι είχε σκόνες πολλές και η Πολυξώ πιάνει δυο δούλες της, άσχημες σαν την νύχτα, και τις μασκαρεύει σε Eρινύες. Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε.
- Mαμά!

Kι' ύστερα τρελλάθηκε που δήθεν την κυνηγάνε οι Eρινύες να την τιμωρήσουνε και νόμιζε ότι είναι αχλάδι και πήγε και κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Πάει η Έλεν. Tέρμα.

Για την μακαρίτισσα λένε πολλά· ότι την είχε περιποιηθή και ο Kινύρας, ότι με τον Aχιλλέα κάτι είχε κάνει, ότι και άλλοι πολλοί την δροσίσανε, αλλά αυτά είναι λόγια του κόσμου και ο κόσμος είναι κακός.

Bέβαια, να πούμε και μιαν αλήθεια. Άμα ο κόσμος λέη κάτι, "κάτι είναι". Άμα σου λέη ο Tάδε είναι απατεώνας, είναι απατεώνας. Γιατί δεν λένε και για όσους δεν είναι;

Kαι άμα σου λένε "αυτή είναι παλουκοπηδήχτρα", είναι παλουκοπηδήχτρα οπωσδήποτε… Kαι άμα ψάξης τα βρίσκεις και έξω δεν πέφτεις.

Aυτή είναι η ιστορία της Eλενάρας της κουκλάρας. Όμορφη ήτανε, δεν μπορούσε να γλυτώση.

Eδώ δεν γλυτώνουνε οι άσχημες. Kαι καμμιά φορά και… οι άσχημοι.

(από την Eλληνική Mυθολογία, Eρμής 1993)



Έχει επεξεργασθεί από τον/την Admin στις 18.10.11 10:21, 3 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   24.05.10 16:02

Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης



Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την "διαιώνισιν του είδους". Kαι να δης που τις καταφέρνουνε...

Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ' αγγούρια τα Kαλυβιώτικα...

Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι' είναι ένας θεός - παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες... Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.

Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι "ηθικές αρχές" ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι... Όλο σε κάτι "μη" έχουμε πέσει, στο "ανήθικο", στην "απαγόρευση", στο "κήρυγμα" και στην υποκρισία... Kι' οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του "μη", στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες... Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, "το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι", ή "η άσπιλος Eλληνική κοινωνία" και "η αγνή παράδοσις". Kι' από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο... Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T' από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της "Yψηλής Hθικής"... Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.

Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι... Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή "φιλοσοφικής ερμηνείας" ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο "πελάτης", της έγραφε "χαίρειν" και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι' όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι' αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά...

Eλεύθεροι, λοιπόν, οι άνθρωποι, είχανε του κόσμου τα πάθη κι' επειδή κάποιος έπρεπε να τα προστατεύση τούτα τα "ελαττώματα", διαλέξανε τον Aπόλλωνα. Παλληκαράκι μ' ατσαλονέφρια, μπορούσε να σηκώση όλα τ' ασυγχώρητα αμαρτήματα της ράτσας...

Kαι σαν τέτοιος που ήτανε, δεν τον παντρέψανε. Tον αφήσανε εργένη και λεύτερο να χαρή τη ζωούλα του...

Ένα είναι το κακό -όχι για όλους μας, για μας τους "ομαλούς"- που ο λεβέντης είχε και κάτι κουσουράκια, πώς να το πούμε; "ατζέμικα". Kάτι ο Άδμητος, κάτι ο Iππόλυτος της Σικυώνος, κάτι ο Yάκινθος, ποζάρανε σαν "εψιμμυθιωμένοι νέοι" που, τέλος πάντων, κάνανε και παρέα και τους έμαθε ποδήλατο σε τρύπια σέλλα ο θεός τούτος ο βιτσιόζος... Bέβαια τον σιχαίνεται ο αγαθός Πλούταρχος στα γραφτά του κι' οι πατέρες της Eκκλησίας αφορμή βρίσκουνε να του τα σούρουνε... Όμως οι πατέρες της Eκκλησίας δεν πιστεύανε στο Eλληνικό Πάνθεον. Kι' αφού δεν πιστεύανε, δεν έπρεπε να υπάρχη γι' αυτούς Aπόλλωνας κι' αφού δεν υπήρχε, τι του τα λένε;... Λάθος τους και να πα να τα πούνε στα Σόδομα, άμα μάθουνε τι σημαίνει η λέξη "σοδομιτισμός" και στον Λωτ με τους αγγέλους που "τα πιστεύουνε"... Tέλος πάντων...

Tα θηλυκά, όμως, τον "φυσικόν δρόμον", τα περιποιήθηκε με τα παραπάνω ο ξανθός τσαχπίνης... Στη Θάσο η επιγραφή τον αναφέρει... "Nύμφησιν κ Aπόλλωνι νυμφαγέτη..."... και δεν άφηνε καμμιά να μην της εκφράση τον θαυμασμό του.

Πρώτη ήτανε η Eστία, η κόρη του Kρόνου και αδερφή του πατέρα του Δία. H θείτσα του, να πούμε. Πήγε, της κόλλησε, της κουνήθηκε, την ξεμονάχιασε... H Eστία ζορίστηκε.
- Δία, είπε στον αδερφό της, σκύψε την κεφάλα σου.
- Γιατί, θα μου βγάλης τις κόνιδες;
-Όχι. Θα ορκιστώ.
Kαι ωρκίστηκε στην κεφάλα του αδερφού της "να μείνη πάντα παρθένα κι' ευγενής ανάμεσα στους θεούς". Για τούτο και οι Iέρειες της Eστίας έπρεπε να μένουν παρθένες κι' εδώ και στη Pώμη...

O παλιανθρωπαρέας, όμως, ο Aπόλλωνας είχε ως φαίνεται μανία με τις παρθένες... Kαι ημέραν τινά στη Δήλο πέτυχε... την αδερφή του την Άρτεμη.
- Pε Aρτεμάκη, της είπε, είσαι δια... να περάσωμεν ομού δύο ευχάριστες ώρες;
- Δε ντρέπεσαι ρε; Eγώ, η αδερφή σου;
- Σας παρακαλώ, τέτοια θα κυττάμε τώρα;
Ήτανε δίπλα στο βωμό της Aρτέμιδος κι' η κοπέλα σηκώθηκε απάνω.
- Aς το διάλο από δω ρε.
Kι' επειδή παραγρίεψε, τα κατάφερε κι' έμεινε παρθένα.
H μούσα όμως, η Kαλλιόπη, δεν την σκαπουλάρησε.
Tην είδε και της έκλεισε το μάτι.
- Tι είσθε Kαλλιόπη.
- Mούσα καλέ.
- Aχ μωρή μουσίτσα...

Γέλασε η Kαλλιόπη κι' "εγεννήθη αυτή υιός ονόματι Iάλεμος". O ποιητής ο Iάλεμος που τραγουδούσε παθιάρικα και θανατικά -ως το "Kλαίει η μάνα μου στο μνήμα" και "Στον άλλο κόσμο που θας πας"- έτσι που τα τέτοια ποιήματα τα κλαψιάρικα για τον θάνατο των ανθρώπων και των όντων, λέγονται στ' αρχαία "ιάλεμοι".

Tου άρεσε η πρώτη Mούσα του τσαχπίνη, πήγε και βρήκε μια δεύτερη, την Kλειώ.
- Mούσα είσθε;
- Mάλιστα, σερ.
- Mήπως είσθε βρωμούσα;
- Kαθόλου, σερ. Έχουμε μπάνιο στο σπίτι.
- E, τότε τι καθόμαστε;

Kι' εγεννήθη ο Oρφεύς που έπαιζε σε χρυσή λύρα, χωρίς να έχη ιδέα από χρηματιστήριο...
Kείνες όμως που τάραξε ο νυμφαγέτης ήτανε οι Nύμφες. Mεγάλη καταστροφή.
Eίπαμε για τη Δάφνη, το μεράκι του, άλλη φορά. Nα τα πούμε τώρα με λεπτομέρειες...
H Δάφνη ήτανε κόρη ποταμού. Ή του Λάδωνα στην Aρκαδία, ή του Πηνειού... Mαμά της η Γη.
Kαλή κοπέλα, όμως, και με μυαλό, όχι από κείνες που πάνε σήμερα στα κλαμπ και θέλουνε τρία πακέττα τσιγάρα για ν' ανοίξουνε τα μάτια τους το πρωί... Φρόνιμη, σεμνή και προ παντός μακρυά από τους ερωτάκηδες.

Ήτανε τώρα ένα παιδί, Λεύκιππο τον λέγανε, γυιος του βασιλιά Oινόμαου, και τσιμπήθηκε με τη Δάφνη... Tσιμπήθηκε πολύ και τον πιάσανε οι φίλοι του.
- Δε γίνεται τίποτα, βρες καμμιάν άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.
- Όχι, την αγαπάω.
- Mην την ζυγώσης, αυτή μόλις δη άντρα λακάει και φεύγει.
O Λεύκιππος σκέφτηκε μια μηχανή. Άφησε τα μαλλιά του και μεγαλώσανε, ντύθηκε γυναικεία και κόλλησε στην παρέα της Δάφνης.

Kάνανε, λοιπόν, συντροφιά, τη ζύγωνε, τη φιλούσε σα φιλενάδα, πορευότανε. Aλλά επειδή κι' ο Aπόλλωνας ήτανε ερωτευμένος με τη μικρά, της έδωσε μια έμπνευση...
Λέει, δηλαδή, μια μέρα η Δάφνη:
- Kαλέ κορίτσια, δεν κάνουμε ένα μπανάκι στον Λάδωνα, τον μπαμπά;
Ξεβρακωθήκανε όλες, πέσανε στο νερό, ο Λεύκιππος έμεινε και τις κύτταγε.
- Έλα πέσε μωρή Λευκιππού, του φωνάξανε τα κορίτσια.
Eυκαιρία ήτανε ν' αποκαλυφθή ο Λεύκιππος, τα πετάει, κάνουνε έτσι τα κορίτσια, βλέπουνε ένα μαντράχαλο χάλια...
- Άντρας είσαι ρε μπαγάσα;
- Ξέρετε...

Oι Nύμφες έγιναν έξω φρενών.
- Mπανιστηριτζή! Παλιάνθρωπε.
Bγήκανε έξω, αρπάξανε τ' ακόντια και τα μαχαίρια και... πάει ο Λεύκιππος. Πέθανε με μιζ αν πλι και ξεβράκωτος.
Tα παρακάτω είναι γνωστά. Πώς την κυνήγησε, πώς την έκανε φυτό η μάνα της η Γη και πώς έμεινε κάγκελο ο θεός...

Άλλη μια Nύμφη, η Ωκυρρόη, δεν του ξέφυγε του τσαχπίνη... Ήτανε κόρη του ποταμού Ίμβρασου στη Σάμο. Φρόνιμη όμως κι' αυτή, άμα είδε κι' αποείδε ότι δεν θα του γλυτώση, μπήκε σε μια βάρκα και κύτταξε να την κοπανίση.
O Aπόλλων ξεκαρδίστηκε.
- Mωρή, της φώναξε, έλα πίσω γιατί εγώ είμαι θεός. Kι' εμείς οι θεοί είμαστε σαν τους ταχυδακτυλουργούς. Kάνουμε θαύματα.
H Ωκυρρόη γύρισε στο ναύτη της.
- Πιο γρήγορα τα κουπιά κι' άστονε να λέη.

O Aπόλλωνας θύμωσε. Σήκωσε λοιπόν το χέρι του, φώναξε "αβρακατάβρα" και ξαφνικά η βάρκα έγινε βράχος κι' ο ναύτης βάτραχος... Kατόπιν τούτου, παρακαλώ, τη στρίμωξε την Ωκυρρόη. Άλλα δεν ξέρω.

Άλλες Nύμφες δεν είπανε όχι. H Mελία, κόρη του Ωκεανού, πήγε ετσιθελικά κι' έκανε και γυιο, τον Iσμηνό, που ήτανε ο πατέρας της Δίρκης (θα τα δούμε αυτά στον Περσέα). H Kωρυκία, κι' αυτή πήγε με τη θέλησή της και γέννησε τον Λυκωρέα, που έχτισε την πόλη Λυκώρεια στον Παρνασσό...

H αδυναμία όμως του θεού ήτανε οι θνητές. A, εδώ μας ρήμαξε, κακοχρονονάχη...
H ιστορία με την Kασσάνδρα είναι λιγάκι πονηρή... Tούτη δω η Kασσάνδρα ήτανε κόρη του Πριάμου και της Eκάβης από την Tροία... Tην είδε ο Aπόλλωνας τη γουστάρησε και της είπε:
- Kασσαντράκι. Έλα να πάμε για νανάκια κι' ό,τι θέλεις από μένα θα τώχης.
H Kασσάνδρα, γυναίκα και πονηρή, του ζήτησε το αντίτιμο:
- Mου χαρίζεις τη δύναμη της μαντικής κι' εγώ ό,τι θέλεις.
Tίποτα δεν του κόστιζε του Aπόλλωνα "πάρτηνε τη δύναμη της μαντικής".
Έκανε, όμως, λάθος και πλήρωσε μπροστά. Διότι η πονηρή η Kασσάνδρα μόλις μάγκωσε τη δύναμη να μαντεύη και την έβαλε μέσα της, δώρο θεού ήτανε και δεν ανακαλιότανε σαν νομάρχης, του γύρισε την πλάτη.
- Πριτς που θα σου σταθώ...

O Aπόλλων τσατίστηκε πάρα πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα. "Nα μου τη φέρης βρώμα τζάμπα και βερεσέ;"... Xαμογέλασε, λοιπόν, και της λέει χαριτωμένα:
- Nάναι καλά το ινάτι σου ρε Kασσαντράκι, αλλά ένα φιλακι δε μου δίνεις τουλάχιστο ένα φιλάκι;
- E, πια... Ένα φιλί...
Aπάνω, λοιπόν που τη φίλαγε, τη φτύνει ο Aπόλλων μέσα στο στόμα.
- Φτου σου, αλανιάρα.
Kι' από τότε έλεγε μαντείες η Kασσάνδρα, αλλά δεν την πίστευε άνθρωπος. Έτσι δεν την πιστέψανε που τους έλεγε ότι θα καταστραφή η Tροία κι' έτσι την έπιασε αιχμάλωτη ο Aγαμέμνονας και την κουβάλησε στο Άργος όπου την καθάρισε η Kλυταιμνήστρα η αιμοβόρα...

Άλλη κοπέλα ήτανε η Mάρσηππα... Eδώ πέρα ο Aπόλλων τάκανε και απατεώνικα. Tης ξηγήθηκε, δηλαδή, πονηρά.
- Mάρσηππα θα σε πάρω.
- Έλα καλέ.
- Nα φάω τα κόκκαλα του μπαμπά...
Πάνω που πήγε να το πιστέψη το κορίτσι, διότι πάσα κορίτσι άμα της πης θα σε πάρω, ξελιγώνεται και παραδίνεται άνευ όρων, πετάχτηκε στη μέση ένας άλλος μνηστήρας, ο Ίδας.
O Ίδας ήτανε θνητός, αλλά είχε ένα αλογάκι μεραγκλαντάν, με φτερά σαν ελικόπτερο, του τόχε χαρίσει ο Ποσειδώνας... Kι' επειδή αγαπούσε κι' αυτός τη Mάρσηππα, πετάγεται, τη μαγκώνει, τη βάζει πάνω στ' άλογο και πετάνε στη Mεσσηνία.

O Aπόλλων σκύλιασε.
- Tον κερατά, να μου φάη το κορίτσι πάνω που τόψηνα.
Tους φτάνει, λοιπόν, κι' αρπάζονται στα χέρια με τον Ίδα. O Zευς όμως από πάνω τάβλεπε και κείνη την ημέρα τον είχε πιάσει το συναίσθημα της δικαιοσύνης. Kαβαλλάει ένα σύννεφο κι' έρχεται κοντά.
Παίζουνε ξύλο οι δυο άντρες και σφυράει ο Δίας.
- Φάουλ... (δηλαδή είπε "μπρεκ" όπως λένε στο μποξ).
Xωρίσανε, έρχεται κοντά ο Zευς που καθότανε μακρυά μη φάη καμμιά αδέσποτη, και τους κάνει ήρεμα:
- Γιατί μαλώνετε τζάμπα και βερεσέ; Nα διαλέξη η κοπέλα ποιον θέλει απ' τους δυο.
H Mάρσηππα το σκέφτηκε. Bέβαια, πιο πολύ της άρεσε ο Aπόλλων, αλλά έκανε λογικό συλλογισμό:
"Aυτός είναι θεός και μένει αθάνατος. Eγώ θνητή, θα γεράσω αύριο - μεθαύριο και δεν θα θέλη μήτε να με φτύση... Nα πάρω τον Iδάκο καλύτερα και σιγουριές...".
Kαι διάλεξε τον Ίδα κι' ο Aπόλλων, πάει, έμεινε ξανά - μανά μπουκάλα.

Mε την Kορωνίδα, όμως, την κόρη του Φλεγύα, τα κατάφερε μια χαρά ο πονηρός αυτός κύριος. Kι' άμα τα κατάφερε τούρθε μια μέρα η κοπέλλα έξαλλη.
- Tι με κάνατε, θεότατε;
- Tι έκανα;
- Kαλέ με εγκαστρώσατε... Kαι σας είπα: Λάβετε προφυλάξεις. Δυόμιση δραχμές έχουνε οι ρημάδες...
O Aπόλλων, όχι που λυπότανε το δυομισάρι, αλλά δεν τώχε σκεφτή. Kαι φρονίμως ποιών έκανε την κορόιδα και χάθηκε από τη γειτονιά της.
O μπαμπάς της, όμως, της Kορωνίδας όταν τόμαθε, έγινε εκτός εαυτού.
- Φτου παλιοβρώμα, μου λέρωσες το όνομα. Tώρα;
Ήτανε ένας νέος, Ίσχυς λεγότανε, που τη γουστάριζε την Kορωνίδα και ήθελε να την πάρη. Tο λοιπόν, τα βάλανε κάτου πατέρας και κόρη και τα μιλήσανε.
- Θα πάρης τον Ίσχυ.
- Nαι, αλλά ξέρετε...
- Ξεράδια... να μη του πης. Nα σε νομίζη παρθένα...
Διότι έκτοτε την παθαίνουμε μεις οι άντρες και τις ζαλωνόμαστε γι' αγνές παιδούλες κι' αυτές έχουνε περάσει δια πυρός και σιδήρου.
Tην έφαγε, λοιπόν, ο Ίσχυς και την κουκουλώθηκε.

Ένας κόρακας πήγε και του το πρόλαβε του Aπόλλωνα.
- Παντρεύτηκε.
O Aπόλλων έγινε παπόρι.
- Παλιοκοράκι, φώναξε. Eίσαι άσπρο πουλί, ε; E, λοιπόν, από σήμερα σε καταριέμαι και θα γίνης μαύρο.
Kι' από τότε γίνανε μαύρα τα κοράκια που δε φταίγανε τα κακόμοιρα. Aλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλος γκαστρώνει κι' άλλος μαυρίζει.

H ιστορία έχει και συνέχεια κομπολόι... O Ίσχυς σκότωσε τη γυναίκα του άμα έμαθε τα ρεζίλια της. O Aπόλλωνας σκότωσε τον Ίσχυ. O Φλέγυος, ζωχαδιάστηκε και πήγε να κάψη το μαντείο του Aπόλλωνα. O Aπόλλωνας ζωχαδιάστηκε που πηγε ο Φλέγυος να του κάψη το μαγαζί και τον καθάρισε και τον έστειλε στον Άδη, τμήμα μαρτυρίων. O μόνος που γλύτωσε από τούτη τη βρωμιά ήτανε το παιδί, που το πρόλαβε ο Aπόλλωνας, το γλύτωσε, το κηδεμόνεψε, κι' αργότερα έγινε μέγας γιατρός, ο Aσκληπιός με τ' όνομα, αν θάχετε ακουστά, έχει και δρόμο δικό του, διότι πρόκοψε πολύ, πάνω στα Πευκάκια στον Λυκαβηττό... Mάλιστα.

Πολύ θανατερό σκόρπισε ο ασυνείδητος αυτός άντρας... Ήτανε μια κοπέλλα, η Bολίνη, που για να γλυτώση έπεσε στη θάλασσα, στην Aχαΐα, ήτανε μια άλλη Kασταλία που έπεσε και πνίγηκε σε μια πηγή στους Δελφούς και μάλιστα από κει την είπανε και Kασταλία την πηγή...

Όπου πήγαινε και συμφορά... H Mυθολογία είναι γεμάτη τέτοιες ιστορίες του με γυναίκες... Δε γίνεται, βέβαια, να τις πούμε όλες, θέλουμε τόμους. Θα πούμε, όμως, μερικές σημαντικές.

Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.

O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τάψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα. Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά...

Mε τ' αστεία - αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tόβαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε τον Eρμή.
― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...

H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε "ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο"...

Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχο-παπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
- Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
- Nο! Nα βρούμε άλλον.
- Mα μας είπανε τον πρώτο.
Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...

Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
- Eσύ σαι, ρε;
- Eγώ, μαμά.
- Έλα να σ' αγκαλιάσω.
- Mη, έχω συνάχι.
-Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.

Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα "μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω".
H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
- Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο άνθρωπος.
Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...

(από την Eλληνική Mυθολογία, Eρμής 1993)

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   24.05.10 19:29

Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων

«Η Πινακοθήκη των ηλιθίων» είναι του Ν. Τσιφόρου και πρωτοανέβηκε από το θίασο της Μαίρης Αρώνη και Δημήτρη Χορν, το 1945.
Πρόκειται για μια κωμωδία σε τρεις πράξεις που «ξεκινάει από την απλή και χαρούμενη αρχή της πανανθρώπινης ηλιθιότητας και δημιουργεί μιαν εύθυμη ατμόσφαιρα,
καλώντας τους πολιτισμένους να φιλοσοφήσουν μέσα από τα γελαστά λόγια της», όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας



Σε μία δύσκολη οικονομικά εποχή, ο Αντρέας και η Αλίντα καλούνται από τη μοίρα τους να κάνουν ένα ταξίδι με προορισμό το άνοιγμα της διαθήκης του θείου τους Ιωσία Τέριγκτον, που ορίζει τον καθένα τους μοναδικό του κληρονόμο.

ΟΙ δύο «κληρονόμοι» γνωρίζονται στο ταξίδι και ερωτεύονται ανυποψίαστοι για το παιχνίδι που τους παίζει ο υποτιθέμενος θείος, που δεν είναι άλλος από τον Ονειροπόλο Κύριο που έχει βαλθεί να αποδείξει ότι τα πάντα κινούνται από το συμφέρον και την ηλιθιότητα των ανθρώπων.

Πράγμα που προς στιγμή φαίνεται να επιβεβαιώνεται, όταν οι δύο ερωτευμένοι γίνονται αντίπαλοι.
Τελικά όμως, νικάει ο ερωτάς τους, παντρεύονται και καταφέρνουν να κρατήσουν ζωντανή την αγάπη τους ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται πως δεν υπάρχουν χρήματα και πως όλα ήταν μια φάρσα του Ονειροπόλου Κυρίου, ο οποίος παραδέχεται την αποτυχία του πειράματός του.



O Νίκος Τσιφόρος ένας από τους πιο εξαίρετους δημοσιογράφους, θεατρικούς συγγραφείς, σεναριογράφους αλλά και σκηνοθέτες, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1912.
Δυο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Αφού πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για δυο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια.
Ως το 1939 άλλαζε συνέχεια επάγγελμα, αλλά συνέχιζε να γράφει δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα έντυπα.
Η πρώτη μεγάλη του επιτυχία ήρθε το 1944 όταν ο θίασος του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη αποφάσισε να ανεβάσει στο θέατρο Ακροπόλ το θεατρικό έργο του Τσιφόρου «Η πινακοθήκη των ηλιθίων».
Τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο 1948-49 έκανε και την πρώτη του ταινία, η οποία προβλήθηκε με τον τίτλο «Τελευταία αποστολή», σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.

Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες (Φιλελεύθερος, Βήμα, Ελεύθερος Κόσμος) και περιοδικά (Τραστ, Ρομάντσο, Ταχυδρόμος, Πάνθεον), ενώ έγραψε πάνω από 40 θεατρικά έργα και περισσότερα από 80 σενάρια.
Κάποια αυτά τα έγραψε μόνος του και άλλα σε συνεργασία, κυρίως με τον Πολύβιο Βασιλειάδη (με τον οποίο δημιούργησαν ένα από τα πιο σημαντικά δίδυμα θεατρικών συγγραφέων).

miRRoR


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   24.05.10 19:30

Bιβλιογραφία

Ελληνική μυθολογία
Μίλων Φιρίκης
Σταυροφορίες
Εμείς και οι Φράγκοι
Τα ρεμάλια ήρωες

Τα παιδιά της πιάτσας
Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα
Η πινακοθήκη των ηλιθίων
Τα παλιόπαιδα τ' ατίθασα
Άνθρωποι και ανθρωπάκια

Ελληνική κρουαζέρια
Η Αθήνα σήμερα - Κρουαζιέρες μέσα στην ιστορία
Χρονογραφήματα
Ιστορία της Αγγλίας
Ιστορία της Γαλλίας

Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών
Η Ιστορία της Αθήνας
Βιβλικά χαμόγελα
Όμορφη Θεσσαλονίκη
Στηβ το χαρούμενο κάθαρμα

Μυστικές εταιρείες
Ο Γκιούλιβερ στη χώρα των Γιγάντων - Ο Γκιούλιβερ στη χώρα των Νάνων
Η γυναίκα κουρσάρος
Διηγήματα
Το τυχερό μου αστέρι


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   24.05.10 21:01

Ησιόδου Θεογονία



Ο Ησίοδος έξυσε το μούσι το.
Τότε, στον καιρό του, δε μπορούσες να είσαι σοφός άμα δεν είχες μούσι.
Σήμερα άμα έχεις μούσι, είσαι ή τουρίστας, ή μοντέρνος ή της καρπαζιάς.
Τότε δεν είχανε βρει ακόμα τις ηλεκτρικ΄ςε μηχανές και τ'αφήνανε το ρημάδι. '

Εξυσε λοιπόν το μούσι του ο Ησίοδος κι άρχισε να γράφει:
"Εν αρχή ήτο το χάος". Πάντα είναι το χάος. Και παντού.
Στην πολιτική, στις μυστηριώδεις δολοφονίες που πετάνε σφαίρες απ'το παράθυρο και ρίχνουνε μπροστά ένα κομμάτι χάος να συγκαλύψουνε τη δουλεια, στα οικονομικά, στα μεγάλα τραστ και στα κεφάλαια των φουκαράδων, που κοιτάνε να βρούνε κατοστάρικο να πληρώσουνε τον δοσά...

Από το χάος ξεπηδήσαμε κι έμεινε κατάλοιπο να μας παιδευει μέχρι να ξαναγίνει χάος... '
Ενα πράγμα που πρέπει να'ναι σκοτεινό, πηχτό ή νερουλό, μυστηριακό και άγνωστο. '
Αμα μάθουμε τι είναι, θα γίνουμε το ένα μας με το Θεό. Καλά και δεν το μαθαίνουμε.

Ο Ησίοδος λέει ότι ήτανε ο Χώρος. Τρομάρα να του'ρθει και του Ησίοδου, αλλά αφού το λέει, το λέμε.
Κι ο Χώρος αυτός είχε μέσα του σε σπέρμα όλα όσα αποτελούνε το Σύμπαν.

Οι Πρόλογοι είναι κομμάτι αχάριστοι, αλλά δεν μπορείς να τους αποφύγεις.
Μ'όλη τους την κουταμάρα, είναι βλέπεις κι απαραίτητοι.
Να μη λέμε τη Μυθολογία σκέτα σαν παραμύθι, να της δώσουμε και μια μορφή. Μια αλήθεια.
'Οση αλήθεια μπορείς να βρεις μέσα στο μύθο.

Και για να τιμήσουμε τη μνήμη του Ησίοδου, πρέπει να πούμε ο΄τι η μυθολογική θεωρία του δεν ξεφεύγει και πολύ από την επιστημονική εξήγηση της Κοσμογονίας.
Οι θεωρίες του 'Εντιγκτον, του Λεμαίτρ, του Ρόσελ, του Χέρτζμπρουκ, του Μιλν, του Μεντζ, του Λαπλάς (πού να τις πούμε όλες) συγγενεύουν αρκετά με την Κοσμογονία του Ησίοδου.

Κι εμείς που κάνουμε μυθολογία, θα ξεφύγουμε από την Επιστήμη.

"Εν αρχή ην το χάος", έτσι το θέλει κι ας λέει ο 'Ομηρος ότι πρώτος ήταν ο Ωκεανός που είχε παντρευτεί τη Θέτιδα.
Ο 'Ομηρος ήταν ποιητής και ρομαντικός. 'Ο,τι γουστάρει το λέει. Κι άσε που μπορεί να του δίνανε και το Νόμπελ, έτσι κι έγραφε "μονοκοτυλήδονα"...

Τώρα πώς πήρε βράση το Χάος κι άρχισε να παράγει παιδιά, δεν το ξέρει μήτε ο Ησίοδος. Η Επιστήμη λέει "θερμότης", "κίνησις", αλλά σάματι νογάει κι η Επιστήμη? Έδώ ένα δόντι πας να βγάλεις και σου ανοίγει ιστορίες και να λέμε μπούρδες?

Ας τα πάρουμε λοιπόν τα παιδιά έτσι, όπως παίρνουμε τους μπάσταρδος, και το πρώτο, πάντα κατά τον Ησίοδο, το είπανε 'Ερεβος. 'Αμα λέμε 'Ερεβος, δεν εννοούμε εκείνο που παθαίνουμε έτσι και μας κόψει η ΔΕΗ το ρεύμα, γιατί δεν πληρώσαμε το ηλεκτρικό... 'Οχι. 'Ερεβος λέγανε οι αρχαίοι ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας, μέσα στη γη και τόσο μακρυά, όσο ο ουρανός από πάνω μας.

Και μαζί με το 'Ερεβος, γεννήθηκε θηλυκιά και η Νύχτα. Σκοτεινή και πονηρή η σχέση του Ερέβους με τη Νύχτα, δεν ξέρανε και καλά τις προφυλάξεις, νάσου κι άλλα παιδιά δικά τους, ο Αιθέρας, να πούμε, η ατμόσφαιρα και τα πάνω από δαύτη, μέχρι εκεί που δεν υπάρχει η ατμόσφαιρα, και η Ημέρα.

Από 'δω και πέρα για ν'αφήσουμε τα επιστημονικά, έστω και του Ησιόδου, βγαίνει η Γαία, η Γη δηλαδή και ο 'Ερως.

Η Γη δεν ξέρουμε πώς τα κατάφερε και με ποιον άτιμο πήγε, αλλά γέννησε τον Ουρανό που την περιτριγυρίζει κι επειδή ήτανε και νοστιμούλης, τον έκανε άντρα της. Ντροπή, θα μου πεις, αλλά απ'αυτούς τους δυο βγήκε και ξεπετάχτηκε η πρώτη φάρα των θεών, που μας παιδεύουνε.

Κι ο 'Ερωτας δεν είναι εκείνος ο Ερως που λέμε σήμερα "άντε σ'ερωτευτήκα Κατινίτσα". Οχι. Είναι να πούμε η "υψηλή σημασία". Η Ενωσης των αντιθέτων ομοιογενών στοιχείων που προκαλεί τη δημιουργία. Είναι η δύναμη που δεν της ξεφεύγει κανένα απ'τα ζωντανά όντα της φύσης... Ας τον λέει "ωραιότερον και γλυκύτερον από πάντας τους αθανάτους" ο Ησίοδος. Το πιο σωστό θα'τανε να τον λέει ο "δυνατότερος".

Να λοιπόν που μεγαλώνει η φαμίλια. Ο Ουρανός και η Γη, δουλειά δεν είχανε, παιδιά κάνανε, σαν τους χωριάτες που κοιμούνται νωρίς.
Σκαρώσανε πρώτα τους δώδεκα Τιτάνες, μισούς αρσενικούς και μισούς θηλυκούς.

Να τους φωνάξουμε κατάλογο; Ωκεανός, Κοίος, Κρείος, Υπερίων, Ιαπετός, Κρόνος και Τηθύς, Θεία, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη και Ρέα.
'Ετσι και σκαρώσανε τους Τιτάνες, πιάσανε μετά και φτιάξανε τους Κύκλωπες, που ειχανε ένα μάτι στο μέτωπο.
Τον Βρόντη, που ήτανε να πούμε η βροντή, τον Στερόπη, που ήτανε η αστραπή, τον 'Αργη που ήτανε ο κεραυνός.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά που είναι γνωστά;
Ε, πρέπει να κάνουμε μια εισαγωγή.
Να ξαναθυμήσουμε τα πρώτα και μετά να προχωρήσουμε.

Σκοινί γαϊτάνι λοιπόν, να φτιάχνουνε παιδιά ο Ουρανός και η Γεία, να και οι Εκατόγχειρες.
Που είχανε εκατό χέρια και πενήντα κεφάλια. Σκέψου να θέλανε καπέλα και γάντια! Καιγόταν ο μπαμπάς Ουρανός.
Α, ναι! Να πούμε και α ονόματά τους: Αιγέων, Βριάρεως, Κόττος και Γύγης...

Να λοιπόν γεννοβόλημα ο Ουρανός, αλλά όσο γένναγε δεν τα'βλεπε καλά τα πράγματα.
'Ολοι όσοι έχουνε μια βασιλικιά εξουσία στα χέρια τους, ένα φοβούνται: Μην έρθουν άλλοι και τους την αρπάξουνε και χάσουνε τη δύναμη.

Κι ο Ουρανός τα μυριζότανε.
Τούτα τα σκατόπαιδα κάποτε θα του κάνουνε κανά χουνέρι και θα τονε ρίξουνε...
Αντί λοιπόν σαν καλός μπαμάς να τους παίρνει κοκά, μίλις γεννιόντουσαν τα πέταγε στα έγκατα της γης και τ'άφηνε εκεί πέρα να μην του χαλάνε τη μανέστρα.

Η Γαία όμως, μάνα ήτανε και της κακοφαινότανε να γεννάει ασταμάτητα και παιδί να μην έχει δίπλα της.
Είδε κι απόειδε, φαίνεται τον βαρέθηκε και τον Ουρανό, όλο τα ίδια και τα ίδια, έπιασε και σκάρωσε ένα μετάλλινο δρεπάνι.
Λένε χάλυβα, αλλά ο χάλυβας δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα...

Το'κρυψε λοιπόν το δρεπάνι και πήγε κι αντάμωσε τα παιδιά της.
- Ξέρετε τι θα του κάνω εγώ αυτουνού;
-Τι καλέ μαμά;
-Θα του κόψω...θα του κόψω...
(Ο Ροϊδης το λέει "πάσαν πατρότητος ελπίδα")
-'Οχι, μαμά.
-Μωρέ θα του τα κόψω. Τι δηλαδή; 'Ασε που μ'έχει αναστενάξει, αλλά θα γενάμε σερί και δε θα'χουμε παιδιά στο σπίτι;
Φρικιάσανε τα παιδιά. "Οχι, δε γίνονται τέτοια", πετάχτηκε όμως ο νεότερος, ο Κρόνος και λέει της μάνας του:
-Εγώ.
-Θα το κάνεις, βρε;
-Φςςς ! Και είμαι στο δρεπάνι καλύτερος από σκοπευτής του Τέξας!

Τα συμφωνήσανε μάνα και γιος κι ένα βράδυ, ο Ουρανός ήρθε στα τσακίρ κέφια και κουβάλαγε μαζί του και τη Νύχτα, που ήτανε και πολύ ζωηρή, να...τελος πάντων...να...διασκεδάσουνε. Κι αναιδέστατος όπως ήτανε, ξαπλώνεται πάνω στη γη, φαρδύς πλατύς με τη Νύχτα παρέα του.

Εκεί δα που ζαχαρώνανε, ο Κρόνος ήτανε κρυμμένος με τη δρεπάνα και περίμενε. Στα ντουζένια του ο μπαμπάς, πετάγεται ο νεαρός, τον κρατάει ακίνητο με τ'αριστερό χέρι και με το δεξί του έκοψε ό,τι ήτανε να κοπεί...

'Ακου τώρα. Από το αίμα της πληγής, γεννηθήκανε οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Νύμφες.
Και μόλις πέταξε στη θάλασα κείνα που έκοψε, βγήκε ένας άσπρος αφρός κι από μέσα ξεπετάχτηκε η Αφροδίτη.
Γι'αυτό τη λένε Αφροδίτυ. Αναδυόμενη εκ του αφρού...

Ο Ουρανός δεν πέθανε, μ'όλη τη λαχτάρα που'παθε. Δεν λένε αν του κάνανε παρά φύσιν έδρα, αλλά έζησε...απόμαχος.
Και περιβάλλει πάντα τη Γη και προβλέπει και το μέλλον, αλλά από μονάρχης και παντοδύναμος, έγινε συνταξιούχος και φουκαράς, άχρωμος. '
Ετσι φίλε μου σβήνει η δόξα των δυνατών. Πολλές φορές με μια δρεπανιά.

Ο Βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς...
Κρόνος στο παλάτι τούτη τη φορά και ήθελε και γυναίκα. Βρήκε την αδερφούλα του, τη Ρέα που ήτανε και νοστιμούλα, και της έκανε πρόταση:
-Με παίρνετε;

Σήμερα μας πιάνει φρίκη άμα σκεφτόμαστε την αιμομιξία.
Τα διαβάζουμε στις εφημερίδες, αγανακτούμε, βρίζουμε... '
Ομως οι πρώτοι άνθρωποι που ζούσανε σε μικρές ομάδες και σε οικογένειες μέσα στα σπήλαια, πριν θεσπιστούν ακόμα τα ταμπού, αναγκαστικά ερχόντουσαν σ'επιμιξίες μεταξύ τους.

Μάνα με γιο, πατέρας με κόρη, αδερφός με αδερφή... Ο κύκλος ήτανε κλειστός.
Σήμερα αυτά, στο συγγενικό κύκλο πιο ανοιχτό, τα βλέπουμε μόνο στους πρίγκηπες.
Δεν πρέπει να μας παραξενεύει λοιπόν αν η μυθολογία γεννά τον έρωτα μέσα στην ίδια οικογένεια, αφού κι ίδια γεννήθηκε σε μιαν εποχή που εφαρμοζόταν σαν κοινωνική ανάγκη. '
Αλλωστε το "οιδιπόδειο σύμπλεγμα" του Φρόυντ, εξηγεί στον τρέχοντα κόσμο μας ολλά, πάρα πολλά.

Ο Κρόνος και το Ρεάκι αρχίσανε κι αυτοί την παιδοποιϊα.
Η Εστία, η Δήμητρα, η 'Ηρα, ο 'Αρης, ο Ποσειδώνας, ο Δίας, ήτανε όλοι τους παιδιά του...

Αλλά ο Κρόνος δεν ήτανε κορόιδο να τα ρίχνει στον Τάρταρο τα παιδιά.
Σου λέει, Τάρταρος είν'αυτός. Ξέρω γω, μη βρεθεί κανά δρεπάνι και βγη κανάς μούλος και μου ανάψει δουλειές...
Μόλις γεννιόντουσαν λοιπόν, φώναζε τη γυναίκα του:
-Γεννήσατε μανδάμ;
-Ναι.
-Φερ'το να το δω κι εγώ.
Το'φερνε η Ρέα τυλιγμένο το μωρό, άνοιγε το στόμα του ο Κρόνος και το...κατάπινε.
-Τι κάνεις εκεί;
-Ε, να μην πάρουμε ένα μεζέ; Ξελιγώθηκα.
-Και το παιδί βρήκες να φας;
-Τι να φάω ρε; Που όλο γκαστρωμένη είσαι και δεν αδειάζεις να μαγειρέψεις;

'Οτι πάθαινε η Γαία, τα πάθαινε και χειρότερα η κορούλα της η Ρέα.
Στεναχωριότανε λοπόν πολύ, κι άμα ξανάμεινε έγκυος πάει στους γονείς της.

-Τι θα γίνει; Θα μου το φάει κι αυτό.
-Δεν άνεις μια δουλειά! Λέει ο πατέρας της ο...καπόνης. Δεν πας να γεννήσεις στην Κρήτη;
-Γιατί; 'Εχει καλά μαιευτήρια; Εδώ η 'Ελενα, ένα μαιευτήριο έφτιαξε, Κρητικός ο άντρας της κι αυτή το έχτισε στην Αθήνα.
-Οχι, αλλά να μη δει πούθ α γεννήσεις.
-Θα το ζητήσει.
-Θα σου πω.
Πάει στην Κρήτη η Ρέα, γεννάει, κρύβει το παιδι, μετά παίρνει μια θεοκοτρώνα, την τυλίγει στις φασκιές και το πάει του Κρόνου.

-Θα το φάτε;
-Αμ τι θα το κάνω;
-Καλή όρεξη.
Καταπίνει την κοτρώνα ο Κρόνος και του κάθησε στο στομάχι και γύρευε Αλκα Σέλτσερ να τη χωνέψει...
-Καλά έκανα και τον έφαγα. Αυτός θα'βγαινε σκληρός.

Αλλά η μοίρα δεν νικιέται ούτε από τους θεούς, αυτό λέει ο μύθος...
Πέτρα έφαγε και την άλλη μέρα που ενεργήθηκε, έβγαλε...μαντρότοιχο. Τελος πάντων...

Το παιδί το λέγανε Δία και μεγάλωσε κρυφά στην Ιδη, άλλοι λένε στην Ολυμπία, το βύζαινε και μια κατσίκα, η Αμάλθεια, μεγάλωσε γρηγορα.
Και έβαλε στο μυαλό του να διώξει τον μπαμπά του τον φαταούλα και να πάρει αυτός τη θέση του.

Πάει λοιπόν, πιάνει τους Τιτάνες και κάνει συμφωνια μαζί τους.
-Ρε σεις, να σας λευτερώσω απ'τα δεσμά σας, βοηθάτε;
-Εντάξει

Τους λευτερώνει, αλλά οι Τιτάνες δεν΄ητανε μπεσαλήδες καθόλου. Μόλις λευτερωθήκανε το πήρανε φιλότιμο.
-Δηλαδή τι θα γίνει; Θα πάρει αυτός το κουμάντο που είναι Ολύμπιος και θα μείνουμε εμείς αντιπολίτευση που'μαστε και αρχαιότεροι;
-Και τι να κάνουμε;
-Να τον εξουδετερώσουμε.

Καθόλου μπέσα δεν είχανε οι κύριοι Τιτάνες, κηρύξανε τον πόλεμο στους Ολυμπίους.
Δέκα χρόνια πόλεμος και αποτέλεσμα δεν έβγαινε.

Ο Ζευς τα χρειάστηκε. Πήγε και βρήκε τους Κύκλωπες, όπως να πούμε, η ίνα πήγε και βρήκε την...Αλβανία.

Οι Κύκλωπες ήταν κλεισμένοι κι αυτοί στον Τάρταρο κι ένας τρομερός όνος που τον λέγανε Κάμπη, τους φύλαγε μπας και την κοπανήσουνε. Ο Ζευς τον σκότωσε τον Κάμπη.
-Κύριοι Κύκλωπες, τους λέει, εγώ σας ελευθέρωσα. Βοηθάτε στον πόλεμο;

Οι Κύκλωπες μπεσαλήδες, πιάνουνε τα μυστικά τους όπλα, τον κεραυνό, τη βροντή και την αστραπή και του τα δίνουνε.
Και δώσανε και του Ποσειδώνα μια πηρούνα να τρώει κακαβιά, την Τρίαινα που λένε, δώσανε και του 'Αδη την Κυνή.

Μαστόρια όπως ήτανε, πιάνουνε και φτιάνουνε μια σιεδερένια κουρτίνα (Σιδηρούν Παραπέτασμα) να μη βλέπουνε οι Τιτάνες τη λάμψη του κεραυνού (κι ύστερα μου λες ότι η μυθολογία δεν ήτανε σημαδιακή).

Φτιάξανε κι ένα βωμό να ορκίζονται οι θεοί πριν πάνε να πολεμήσουνε.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   25.05.10 12:08

Βικτώρια η Ωχρά



Παίζει στα χέρια του ο Τσιλιμίγκος ένα πρώτο και το τηράει καλώς, από δω ο Άη Γιώργης, βοήθειά μας, φονεύων το θεριό, όπερ το εφόνεψε και αγίασε, από κει μια γκόμενα νέα με κότσο, καλό γυναικάκι να πούμε και ποια νάναι που την κολλήσανε πάνου στη λίρα; Κι αρωτάει το Φέτα τον Άγριο;
-Ποια είναι αυτή αρχηγέ;

Ο Φέτας ο Άγριος είναι βαρύς, ρίχνει κάτι χάντρες όλο χλίψη στον παίχτη του και ρουφάει ήλιο και καφέ πολλά με ολίγην, έχει ξεντουζανιάσει, τι να κουβεντιάσει με τον Τσιλιμίγκο τον Πιτσιρή; Λόγω όμως που ως άνθρωπος κουμανταδόρος πρέπει να τα ξέρη όλα, πρώτα φτύνει δυο οργυιές απόσταση, μετά τραβάει μια μπουκιασμένη από το σέρτικο το τσιγάρο του, πιο μετά κάνει «χμ γκρρ» να καθαρίση ο καταπιώνας του και απαντεί σιγά και σίγουρα:
-Βιχτώρια.

Ούτε και φωτίστηκε ο Τσιλιμίγκος κι όξω από μια Βιχτώρια γρια ρουφιάνα που κάθεται στα Παλιά Σφαγεία, δεν ξέρει άλλο τέτοιο όνομα. Ο βαρύς το λοιπόν ο Φέτας του σουρώνει το λέγειν του.
-Να ξέρης Τσιλιμίγκο, τούτη δω η Βιχτωρία ήτουνα μια βολά κι ένα καιρό βασίλισσα της Αγγλίας να πούμε. Τότες να πούμε που ανακαλύψανε τις ωχρές.

-Ποιες ωχρές;
-Τις λίρες μωρ’αδερφάκι μου. Ντιπ σαρακοστιανό σκαλτσούνι είσαι. Και το λοιπόν μια και τις έβγαλε, κόλλησε απάνω τη μάπα της να κόβη ο άλλος ότι έχει αξία το πρόσωπο και τις παίρνανε τις ωχρές τις Βικτώριες οι δοντογιατροί να φτιάξουνε γέφυρες στα εγγλέζικα στόματα, αφόσον και ο πάσα Εγγλέζος εκείνη την εποχή να πούμε είχε όρεξη πολλή κι έτρωγε όλο τον κόσμο, μάσες τρελλές κι έμενε φαφούτης.

Τάπε, έπεσε πάλε να ρίχνη τις πένθιμες χάντρες του κι ο Τσιλιμίγκος έμεινε να παίζη την Βικτωρία την ωχρή στα χέρια του. Μυστήρια μεσημεριάτικη ώρα,γιομάτη άρρωστον ήλιο, κλειστά μαγαζί, απάνου στον ουρανό ρίγνανε τούφες ψιλές, αλαφίσες, οι κοιλαράδες άγιοι, απάνου στις σκαλωσές αλανεύανε άνεργοι οι εργάτες, κοιμότανε κι ένας καφετίς σκύλος πιο κει κι ονειρευότανε κόκκαλα από τα καλά, τα αρνίσα του γαλάτου, τι να σου κάνη κοτζάμου Φέτας, συλλογιότανε.

Από χτες βράδυ είχε πέσει στη μεγάλη συλλογή ο Φέτας ο Άγριος, εφόσον και τέτοια φτιάξη δεν τούχε ξαναλάχει. Το οποίον καθότανε στου Καρίπα το κατάστημα κι έπαιζε κουμκανάκι κοσάρι, έτσι περί πασατέμπο. Και μπουκάρει ο «κύριος» ο μυστήριος και μεγαλοπρεπής.
-Καλησπέρα σας.
-Χαίρετε.
-Ο κύριος Φέτας;
-Εγώ.

Κορόιδο έδειχνε ο καινούργιος να πούμε, παλτό καμελότα και τσάντα στο χέρι και καπελάκι μαύρο γυριστό, σου λέει ο Φέτας «αυτός πάει για βουλευτής κι έρχεται να αγοράση ποστήριξη». Καθήστε, θα πάρετε καφέ, πήρε καφέ ο κύριος και χαμογέλασε αδερφάκι μου, γλυκό βανίλια το γέλιο του κι έκανε ευγενικά, λες και μάσαγε βοτσαλάκια.
-Έχω να σας πω ιδιαιτέρως.
Παράτησε τα χαρτιά του στο Ζούλα ο Φέτας ο μεγάλος, ο Άγριος, τον πήρε τον άνθρωπο κατά μέρος και του ξηγήθηκε.
-Τσουλήστε το καροτσάκι.

Από τη Γερμανία ερχόταν ο κύριος, τσιφ Φραγκφούρτη να πούμε, έβγαλε το διαβατήριο, του το μοστράρισε και έρριξε την κουβέντα του ζυγιασμένη.
-Με στέλνει δηλαδή ο Βαγγέλης ο Μακιόρης.

Μεγάλη κουβέντα κάθοδο ο Βαγγέλης ο Μακιόρης, πολλά χρόνια, από Κατοχή κι ύστερα, ρίζωσε στο εξωτερικό, κάνει δουλειές γεμάτες και ξεγυρισμένες. Τρεις-τέσσερις βολές που κατέβηκε κατά τα νερά τα δικά μας ήρθε ματσωμένος, κουβάλησε κι αυτοκίνητα, τα πούλησε και διηγήθηκε τι φίνα που είναι στις απάνω γειτονιές. Κι επειδή να πούμε με το ταράφι την κράταγε τεντωμένη την κλωστή, όλο και κάτι έστελνε. Και μπουκαλάκια με «άσπρη» του Μανχάιμ, καλό πράγμα που τούβαζες δύο τρίτα φανασετίνη και το πούλαγες για αγνό μια χαρά, και πιονάκια για χρυσοχοεία και ρολόγια από τα καλά και άπαντα τα είδη μεγάλο κονόμι, έτσι κι ερχότανε ταχυδρομείο του. Το οποίον ο Φέτας κράταγε να πούμε αντιπροσωπεία εν τω εσωτερικώ και δε σύφερε να χάσει τον πελάτη του.

Λεφτά πολλά είχε ο Φέτας, εφόσον χρόνια στο γκεζί, έκανε μεγάλες δουλειές με τα πάντα, από κλεπταποδόχο μέχρι δανειστή. Πόντους πάντα μέσα στις μεγάλες μπάζες, πόντους στα χασίσα και στα ναρκωτικά που φέρνανε οι ναυτικοί, πόντους σε παιχνίδια, δάνεια μ'ενέχυρο τζοβαερικά της άφρας, κι είχε και γράψει και τρεις φόνους να πούμε για να κρατάη τη ΄φημη του, κανένας δεν τον έπιασε κορόιδο και τώρα πενηντατριώ χρονώ κουμαντάρηζε την πιάτσα από ψηλά. Κανένας δεν τον πείραζε πια διότι πουθενά δεν φαινότανε, έλεγε «κύριε υπαστυνόμε» και «κύριε αρχιφύλακα» τα παιδιά της Καταδίωξης και λέγανε αυτοί μέσα τους «πού θα πας ρε μόρτη, θα πέσης στο χαρτί για τις μύγες», είχε τους ανθρώπους τους, πεντέξι παλληκαράκια του σίδερου κοντά του, είχε και τα τσιράκια του να τα στέλνη σε δουλειές, καλά πέρναγε. Κι αν, να πούμε, τούτος με το καμελοτάκι του δεν έλεγε την κουβέντα περί Βαγγέλη από Γερμανία θα τον έστελνε να πάη στο Γαλάτσι για νταμαρόπετρα. Αλλά ο Βαγγέλης Μακιόρης ήτουνα μεγάλη κουβέντα και τούδωσε θεμέλιο.

Πονηρός όμως ο Φέτας άρχισε να χτένιζε το πρόσωπο. Όλο και σημαδιακά τον ρώταγε περί Βαγγελάκη Μακιόρη. «Πέρασε το σημάδι στα μούτρα;». «Δεν είχε σημάδι.» Και δεν είχε σημάδι ο Βαγγέλης, έτσι την έρριξε. «Κάνει δουλειές με τον Ολλαντέζικο το λαθραίο;». «Δεν ξέρω τέτοιο». Και δεν έκανε ο Βαγγέλης ποτές του, έτσι τόπε.
Στις δύο ώρες απάνου είχε ξεράσει περί Βαγγέλη Μακιόρη, το πρόσωπο να πούμε, πολλές αληθινές ιστορίες και τις ήξερε όλες ο Φέτας,, άραγες αλήθεια τούλεγε. Κι ύστερα όταν πια αποχτήσανε τα περί γνωριμία στα ίσα, του πέταξε και την μεγάλη κουβέντα ο κύριος.
-Μούπε ο Βαγγέλης να σου πω ότι τα μπουκαλάκια που σύστειλε με τον Κιβαριώτη τον έμπορα πλερωθήκανε, αλλά τα καινούργια τα στέλνει μέσω Σαλονίκη.

Έτσι ήτανε κι αυτά είχανε συμφωνηθεί κι ο Φέτας ήτουνα πια σίγουρος ότι το σημαδιακό έπιασε κι ο άνθρωπος ήτουνα από τους εν τάξει. Κέρασε λοιπόν «θα πάρεις κονιάκ Βότρυς καλό;», τόπιανε με σοδίτσα Σουρωτή, χαμογελάσανε και ξερόβηξε το πρόσωπο ο κύριος.
-Για δουλειά έρχουμαι.
-Ακούμε.
-Στη Γερμανία, είπε ο κύριος, είναι κάτι παιδιά, καλοί τεχνίτες που φτιάνουνε Βικτώριες ωχρές.
-Μάπες;
-Όχι με χρυσάφι.
-Για λέγε.
-Οι τεχνίτες, οι Γερμανοί να πούμε, είναι τσίφτες και αυτό πια το ξέρει ο πάσα ένας. Βρήκανε το λοιπόν μια μέθοδο και τραβάνε τα μισά καράτια από κάθε λίρα, αλλά από τη μέσα μεριά.
-Πώς από τη μέσα;
-Να μωρ’αδερφάκι. Της βγάζουνε τη γιόμιση και τ’απόξω, η φλούδα να πούμε, είναι εν τάξει.
-Μεγάλη φτιάξη.
-Μεγάλη και φίνα και την τρώει να πούμε και σαράφης που νάχη πάρει σύνταξη στο σαράφικο. Μετά την ξαναγεμίζουνε τη λίρα κι έχουνε πετύχει αδερφάκι μου το ίδιο ειδικό βάρος που να μην έχει μήτε χιλιοστό του γραμμαρίου λειψό.

-Ρε τι κάνει η επιστήμη, θαύμασε ο Φέτας.
-Ρίξανε το λοιπόν τα παιδιά στην πιάτσα το πράμα. Καλά πάει η δουλειά κι ούτε τους ψυλλιάστηκε ακόμα κανένας. Το οποίον εγώ λόγω του ότι βρισκόμουν εκείθε να πούμε αγόρασα κανά δυο χιλιάδες κομμάτια.

Του Φέτα πολύ του άρεσε το μυστικό και δεν έδειξε τίποτες καθόσον ο πονηρός μάγκας κάνει ότι είναι του ψυγείου και δεν δείχνει χαρές. Άδειασε μόνο το ποτήρι του για νάχη καιρό να ζυγιάση τα κόζα και έκανε αργά.
-Και γω τι να κάνω;
-Όχι τίποτις, αλλά το παιδάκι ο Βαγγέλης ο Μακιόρης μου τόπε με ειλικρίνεια. «Άντε να βρης τον κύριο Φέτα και μπορεί να σου βρη αγοραστή περί τις λίρες σου».

-Τι ζητάς;
-Το ένα, μισό.
-Πολλά ρε φίλε.
-Γιατί; Θα πάρεις δυο χιλιάδες Βιχτώριες ωχρές και θα δώσης χίλιες. Το οποίον δηλαδή χίλιες κέρδος μέσα στον κουμπαρά.
Καλή η μάκενα αλλά να δούμε και το πράμα. Μάλιστα και ο κύριος καμμία αντίρρηξη δεν είχε. Πέταξε και μια κουβέντα καθαρή σαν νερό.
-Έλα να πάμε στο ξενοδοχείο και διάλεξε μέσα από το σωρό όποιες και όσες γουστάρεις. Κι ύστερα πάνε στους σαράφηδες, στις πιάτσες, στην Τράπεζα, στους χρηματιστές και πες τους καθαρά «νομίζω ότι η Βιχτωρία τούτη είναι μάπα και με γελάσανε, την εξετάζετε περικαλώ;» Κι αν σου βρούνε μια απ’όλες σκάρτη μην τις πάρης.

Ωραία κουβέντα, καθαρή, γάργαρη και όπως πρέπει. Σηκώθηκε ο Φέτας, περιμένετε, και πήγε μπουζουριέρα και φώναξε δυο παιδιά τζίνια.
-Στήστε την απ’όξω και τώρα που θα φύγη ο κύριος πάρτε τον στενά και από κοντά και μάθετε περί ποιος είναι και τι κάνει. Μόνο μη σας ψυλλιαστή διότι εχτίθεμαι. Σακουλετζέμ;
-Κάνε φτιάξη σου.
Γύρισε στον άνθρωπο «το πρωί θα σας απαντήξω» και «να σκεβώ», σηκώθηκε ο άλλος, καληνύχτισε ευγενέστατα το παιδί κι έφυγε. Κατά τις τρεις το πρωί, είχε μπη δυο φέσα στο κοσάρι ο Φέτας καθόσον μη έχων το μυαλό του να παίξη, νάσου και γυρίζουνε τα τζίνια του.
-Μένει στο «Εθνικό» ξενοδοχείο και έλθων μόλις χτες από Γερμανία και δείχνει πολύ εν τάξει. Όπερ φεύγων από δω δηλαδή πήγε και την φουντάρησε στο «Ρόξυ» και πήρε και γυναικάκια, δεν δείχνει πονηρός, διότι είδαμε πώς γλεντάει και είναι ταραφίσος στο σίγουρο.

Του δώσαν όνομα και στοιχεία, είχε ένα γνωστό στο «Αλλοδαπώς» ένας φίλος του, πρωί – πρωί πήρε τα παραπάνου. «Μάλιστα προχτές ήρθε από Γερμανία και κάτι γίνεται αλλά δεν έχουμε λόγους να τον σβερκώσουμε» το οποίον, ο φίλος δεν ήτονε ταραφίσος, άρα ο ανθρωπος ο εκ Γερμανίας δεν ήτονε στο κόλπο, να τον έχει στήσει η αστυνομία. Και στις δέκα στο ραντεβού του φρέσκος και γελαστός.
-Πάμε;
-Πάμε.
Ανεβήκανε, τον επήγε στο «Εθνικόν» τον Φέτα, μπήκανε στο δωμάτιο, έβγαλε κλειδί, άνοιξε μια σιδεροβαλίτσα ο κύριος και τούδειξε τα φυσέκια με τις μάπες τις ωχρές, τις Βικτωρίες, να πούμε.
-Διαλέχτε.

Στην τύχη, άνοιξε είκοσι φυσέκια και πήρε είκοσι κομμάτια ο Φέτας. Από τη μέση, από τις άκρες, απ΄όπου ναναι να πούμε. Χαμογέλασε κι όλας και ξηγήθηκε στο σωστό.
-Δουλειά είναι, με το παρδόν δηλαδή αλλά να τις εξετάσουμε.
-Τι θα πη; Βεβαίως.
-Διότι το πρόσωπο που θα τ’αγοράση πρέπει να μούχη και μπιστοσύνη έτσι;
-Έτσι.

Και βρέθηκε η Βιχτωρία η ωχρή μεσημεριάτικα στου Τσιλιμίγκου τα χέρια. Τέλειωσε λοιπόν ο καφές, χαμήλωσε ο ήλιος και διάταξε τ’αφεντικό ο Φέτας:
-Θα πας στου Ροσόλι το σαράφικο και θα του ξηγηθείς ότι η λίρα τούτη είναι ψεύτικη, θα την ξετάση και θα μου φέρεις δελτίο.
-Μάσ'τα.

Έφυγε καπνός ο Τσιλιμίγκος και είχανε φύγει με άλλες Βιχτωρίες τ’άλλα παιδιά. Άλλος στην Τράπεζα, άλλος στα χρηματιστήρια, άλλος αλλού να δούνε τι γένεται με δαύτες. Κατά τις πέντε ένας – ένας και γυρίζανε.
-Εν τάξει το πράμα.
-Τις είδανε καλά;
-Μέχρι φακό και μέχρι εντριβή στη μαύρη πέτρα.

Στις έξι το βράδυ και οι είκοσι Βιχτωρίες είχανε δώσει εξετάσεις με άριστα. Τις τσέπιασε το λοιπόν ο Φέτας και στις οχτώ νάσου τον στου Ορφανίδη με το πρόσωπο.
-Το πράμα είναι καλό, είπε ξερά.
Ήπιανε κάτι μπύρες μαύρες, πέσανε και στη συμφωνία. Δυο χιλιάδες ψεύτικες, εννιακόσες σωστές. Θα τις πλέρωνε στην τιμή τους ο Φέτας και θα την έπαιρνε όλη την παρτίδα.

Απάνου στο καλώς έχει, πέταξε την κουβέντα του ο κύριος.
-Με μια συμφωνία.
-Να ακούσω και να κόψω.
-Δε θα τις κυκλοφορήσης εδώ.
-Γιατί;
-Γιατί εγώ θα πάρω τα λεφτά και θα πάω να φέρω φρέσκες. Το οποίον άμα τη γεμίσουμε την αγορά θα την ανθιστούνε τη φτιάξη. Θα τις πάρης και θα τις κυκλοφορήσεις στη Σαλονίκη.
-Μα ρε φίλε...
-Εδώ κάνω τη δουλειά περμανάντ. Πώς;

Το σκέφτηκε ο Φέτας, είχε να πάη και στη Σαλονίκη να παραλάβει κάτι μπουκαλάκια με κοκαΐνη, συλλογίστηκε ότι θα φάη και την καινούργια παρτίδα που θάτανε πολύ πιο μεγάλη και θα την κυκλοφορούσε εδώ και συμφώνησε.
-Γένεται.
-Ωραία. Το λοιπόν να πώς γένεται. Αύριο πρωί, φεύγεις με το τρανό για Σαλονίκη. Έρχεσαι πρώτα στο ξενοδοχείο, μετράμε το πράμα και το παίρνεις μαζί με τη βαλίτσα του. Στο σταθμό, μπαίνεις στο τραίνο με τα παιδιά τα δικά σου, εγώ μόνος μου, μου δίνεις το χρήμα σε ελληνικά λεφτά, σου δίνω τη βαλίτσα με το πράμα. Μπαίνεις στο τρένο, φεύγεις, παίρνω γω το αεροπλάνο και πάω στη βάση μου για φρέσκα.
Σε δυο εβδομάδες θα είμαι πίσω και ξαναβρισκόμαστε.

Καλό σχέδιο και κατάλαβε ο Φέτας ότι τούτος θέλει νάναι σίγουρος ότι πάνε στη Σαλονίκη οι ωχρές οι Βιχτωρίες.
Και ότι του ξηγιέται σπαθί καθόσον σου λέει «εσύ πάρε ανθρώπους σου, εγώ μόνος μου». Λέει μάλιστα το λοιπόν και φωνάζει τα παιδιά τα δικά του, τον Μηνά τον Μπεχλιβάνη και τον πιτσιρή τον Τσιλιμίγκο.
-Αύριο το πρωί φεύγουμε ταξίδι και στις έξι νάσαστε στον καφενέ.

Πρωί, καλό ήλιος, χτυπάνε την πόρτα του προσώπου. Τους άνοιξε, δεν είχε βάλει ακόμα γραβάτα, τους κέρασε ένα τσέρυ γερμανικό, φόρα τη βαλίτσα, μετράνε το πράγμα, δύο χιλιάδες, λείπανε είκοσι που είχε πάρει να εξετάση ο Φέτας. Κλείνει τη βαλίτσα, δίνει το κλειδί στον ίδιο το Φέτα ο κύριος, δίνει τη βαλίτσα να την κρατάει ο Μηνάς γιατί ήτουνα βαρειά κι όλοι μαζί φεύγουνε στο σταθμό. Βγάζουνε εισητήρια κι ώσπου ναρθή το τρανό κάνουνε τους λογαριασμούς. Εννιακόσα επί διακόσα ενενήντα, διακόσες εξήντα μία χιλιάδες, μάλιστα, παίρνει από την τσέπη του πέντε μάτσα πενηντάρια ο Φέτας, παίρνει κι έντεκα χιλιάρικα, τα μετράει σωστά, μερσί ελήφθησαν, τέλειωσε η δουλειά. Έρχεται το τραίνο, τους μπαρκάρει ευγενέστατος ο άνθρωπος, «στο καλό και στα φρέσκα», γελάνε και κάνει «σφφφ σσσ» η μηχανή και φεύγουνε.

Δε θέλει τώρα να τον ρίξη ο Φέτας κάθοδο να πούμε αυτή η δουλειά μπορεί να αφήσει πολύ ψωμί. Και σκέφτεται ότι δεν υπάρχει και ποινικό να πούμε, γιατί τι έκανε; Γούστο του ήτανε, πλέρωσε κι αγόρασε κάλπικες λίρες. Νάταν αλλιώς δεν την δεχότανε τη Σαλονίκη στη συμφωνία, αλλά τώρα έτσι πρέπη να γίνει γιατί η καινούργια παρτίδα, θ'αφήση παραπάνω και ο κύριος της κάνει καλά τις δουλειές του. Μασ'τα.

Με το πούφυγε το τραινό, ο «κύριος» αγοράζει γρήγορα ένα «Βήμα», παίρνει ένα ταξί και τρέχει στην Ασφάλεια. Μπαίνει σίφουνας λαχανιασμένος, τρομάζουνε οι άνθρωποι.
-Τι συμβαίνει;
-Κύριοι, λέει με κομμένη την ανάσα, εγώ ήτανε να φύγω για τη Θεσσαλονίκη με το πρωινό σήμερα, να το εισιτήριό μου. Κατέβηκα όμως να αγοράσω μιαν εφημερίδα και δεν ξέρω πώς καθυστέρησα και το τραινο έφυγε.
-Καλά και τι φταίμε εμείς;

-Σας παρακαλώ. Δεν πρόκειται για αυτό. Μέσα στο κομπαρτιτμάν τέσσερα άφησα μια βαλίτσα μετάλλινη με διπλό λουκέτο, να το κλειδί. Και η βαλίτσα περιέχει χίλιες εννιακόσιες ογδόντα λίρες σε φυσέκια των πενήντα, μόνο από το πρώτο λείπουν είκοσι. Είναι όλες Βικτωρίες από τις παλιές με το πρόσωπο της Βικτωρίας νέο. Πρώτης εκδόσεως. Σας παρακαλώ τα χρήματά μου διότι πήγαινα Θεσσαλονίκη ακριβώς δι’αγοράς ειδών μακεδονικής προελεύσεως, ορίστε το διαβατήριό μου, εμπορεύομαι τοιαύτα είδη με την Γερμανίαν.

Αναστατώθηκαν τα Τμήματα και τηλεφώνησαν αμέσως στο σταθμό στο Μπογιάτι.
-Βρήτε μια βαλίτσα έτσι κι έτσι στο τάδε κουπέ του τρανού.
Η χωροφυλακή περίμενε στημένη στο σταθμό και με το που φάνηκε το τραίνο, χλαπ μπουκάρανε στο βαγόνι του Φέτα. Τους είδε ο Φέτας και τα χρειάστηκε.
-Αμάν, μας δώσανε.

Τραβήχτηκε λοιπόν άκρη να κάνη τον αδιάφορο και οι χωροφυλάκοι την είδανε αμέσως κοτζάμ βαλιτσάρα.
-Δικιά σας είν’η βαλίτσα;

Τι να πη ο Φέτας; Δικιά μου να τον μπουζουριάσουνε με την κάλπικη Βικτωρία και να τον τραβάνε; Όχι. Έκανε λοιπόν το κορόιδο.
-Όχι. Αλλουνού είναι, έδειξε το τέταρτο άδειο κάθισμα.
-Και πού πάει ο άλλος;
-Δεν ξέρω, δεν τον είδα.

Οι χωροφύλακες πήρανε τη βαλίτσα και το τρανό ξεκίνησε μαζί και ο Φέτας. Σε δυο ώρες ο «κύριος» αφού του ελέγξανε και τη βαλίτσα και τη βρήκανε εν τάξει την παρέλαβε ενθουσιασμένος.

Γιατί οι Βικτωρίες οι ωχρές δεν ήταν ψεύτικες, ήτανε αληθινές. Και ο «κύριος» την έστησε ωραία την μηχανή του στον Φέτα τον πονηρό. Και γι'αυτό τις βρίσκανε εν τάξει όσοι τις εξετάσανε...

Τώρα ο Φέτας ψάχνει να βρη τον κύριο να καθαρίση. Και δεν θα τον βρη κάθοδο ο κύριος έφυγε και δουλεύει επιστημονικά.
Τι σου κάνει αδερφάκι η επιστήμη την σήμερον!



Από "Τα Παιδιά της Πιάτσας"

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 8056
Registration date : 10/07/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νίκος Τσιφόρος   25.05.10 13:22

Κονόμι Συνταγματικό



Το πούρο γιατί τόπανε πούρο; Κι αφού να πούμε το σωστό του όνομα είναι «τσιγκάρ» ή «σιγκαρίλος» άμα είναι μικρό, τζουράκι στενό κι αχαμνό και δυσκοίλιο; Το ρωτάνε λοιπόν τα μαγκάκια στον αρχιμάγκα τον κυρ Σταμάτη και παίρνουνε την απόκριση.

-Το οποίον μόρτες μια βολά κι έναν καιρό ήταν ο Δεληγιάννη κι ο Τρικούπης, καλά παιδάκια και εκλογικά. Το οποίον για να καλοπιάσουνε τον ψήφο που μπουκάρηζε να τους πετάξη μια καλημέρα, είχανε κουβαλήσει εξ του εξωτερικού κουτιά με πουράκια. Το οποίον δεν το ήξερες το πουράκι και σε θάμπωνε. Πώς; Το οποίον πάνου στις κούτες έγραφε πούρο» που θα πει στην εξήγηση «αγνό», καπνός να πούμε αχαρμάνιαστος. Το οποίον κάποιος γνωρίζων ανάγνωσιν και γραφήν τόκοψε και είπε πούρο ρε μάγκες. Το οποίον απόμεινε στη γλώσσα του πούρο. Σακκουλευτήκατε;

Και βεβαίως σακουλευτήκανε οι μάγκες διότι ο κυρ Σταμάτης είναι πολύ παλιά ιστορία και κυκλοφορεί από τον καιρό που τα αλόγατα τραβάγανε τα τράμια στην οδός Σταδίου. Καλή εποχή αδερφέ μου, είχε να πούμε πέσει ο μακαρίτης ο Μπαϊραχτάρης και τη ρήμαξε τη μαγκιά, έρριξε καρπαζά στους βαριούς με την ψυχάρα του και τους αλώνισε τους κούτσαβους, αλλά όσο να πεις της μείνανε κάτι θερινά υπόλοιπα με το θάνατό του και δε χάθηκε η σπορά. Τζαφέρης, Βέγκα, Περίαντρος, όλα καλά παιδάκια, που κρατάγανε ακόμα το παλιό το παλληκαρίστικο. Μπαίνανε σε καφενέ με μάγκες στην Ομόνοια, κουσουμάρανε την μπιστόλα και παραγγέλνανε «ν’αδειάσει το κατάστημα καθ’όσο γουστάρω να πιω ένα καφέ με την ησυχία μου και μονάχος μου, και κάντον με φούσκες περικαλώ».

Κι άμα άδειαζες καφενέ ρε μάγκες στην Ομόνοια, γινόσουνα αμέσως αρχιπαλληκαράς και καλός και σε ζυγιάζανε πια στη μεγάλη ζυγαριά, διότι είχε και στρίτζους που δε βγαίνανε και τότες πάγαινες για φόνο Παλιά Στρατώνα ή πάγαινες και σε θάβανε «ηρωικά» σ’έτρωγε να πούμε ο άλλος και καθάριζες από τους λεκέδες της παρούσης κοινωνίας της αχάριστης και της μπαγάσικης.

Μέσα στο γκεζί ο κυρ Σταμάτης να πούμε. Ολόκληρος Νάτος. Βάρος καντάρια τέσσερα και μουστάκα πατημένη στ’αλάτι καντάρια οχτώ. Ο σημερινός μάγκας δεν έχει ιδέα περί μουστάκι καθόσον αφήνει ένα ποντικοκούραδο στ’απάνω τ’αχείλι ή το ξουρίζει και μοιάζει αδερφέ μου με Μαρίκα. της όπερας. Κι όξω από το βάρος και τη μουστάκα καβουράκι με «χλίψη» ο κυρ Σταμάτης από κείνο που συνηθιζότανε στο παλιό Ψυρή πούβαζες τη «χλίψη», το πένθος να πούμε κορδέλλα για τους φόνους που έκανες. Ζουνάρι πεντάμεσο μάλλινο. Παντελονάκι τζογέ μαύρο, να περσέουνε και πέντε πόντοι για τσάκα. Κερασέα στο χέρι, εφόσον και απαγορεύεται η οπλοφορία και δε σ’αφήνουνε σήμερα μήτε νυχόλιμα να κάνεις τη δουλειά σου ως άνθρωπος.

Παίχτης με χάντρες δεκατρείς βαρειές και κίτρινες κοντά στη μαγκούρα. Τσιγάρο σέρτικο Λαμίας που να το φούμαρης και να στέκεσαι πολύ ντούρος λες κι έπαθες αγκύλωση. Βαρειά φωνή, ομιλία με ραλεντί, κούνημα στον τελβέ του καφέ, στη ζούλα καμιά δοντιά «χασίσι» μέσα στις φούμες σου για να κάνεις «κεφάλι», λίγο περιφρονητικό ύφος στους πιτσιρήδες, συμβουλή πώς να παίξουνε το μουλτεζίμ στο τάβλι τ'ατζαμάκια, χαμόγελο, στεναγμός για το χτες έτσι και περάση καμιά σταράτη γκόμενα, τέσσερις καρέκλες για ξάπλα, κι όλο ιστορίες για την καλή εποχή του χτες, που πέρασε και ήσουνα νέος και σ'έτρεμε το ταράφι και σε λογάριαζε το σύμπαν και τάσπαγες στου Μπογράκου στη «Νεράιδα» Χαλάνδρι ή έκανες τον καυγά σου τον καλό στον «Κόκκινο Μύλο», έτσι και σοου βεντούζιαζε κανένας του ντούκου με την ψεύτικη κούνηση...

Ε ρε καλά χρόνια, να ξέρης που τάπαιρνες από όλες τις μεριές και κουνιόσουνα μπρατσεράτος στην Ομόνοια και τα περίχωρά της. Ήτανε οι μπαρμπουτιέρες, Αγίου Κωνσταντίνου και τα «πονηρά σπίτια» οδός Σωκράτους, ήτανε τα μαγαζάκια τα μικρά, τα κουτούκια, οδός Αθηνάς και τα παιδιά που «φέρνανε» πράμα από την Ανατολή και οι πονηροί και οι κλέφτες οι λαχανάδες και οι μανιταρτζήδες και οι παπατζήδες και τα ρεμαλάκια και τα φυντάνια, όλοι σ'αναγνωρίζανε και σε καλοπιάνανε και σου ρίχνανε πέντε δέκα είκοσι κουτσουράκια αναλόγως πώς τα κανόνιζες και πόσα τους διατίμαγες «πιάστα κυρ Σταμάτη νάμαστε φίλοι», καθόσον πέντε-δέκα ήτανε οι μεγάλοι μόρτες στην πιάτσα και ο καθένας είχε τον κύκλο του και τον κόσμο του και δεν ανακατευότανε με τον άλλον, άμα ανακατευότανε και είχανε διαφορές, ανταμώνανε στο καφενείο και λέγανε δύο λόγια.

-Είσαι;
-Είμαι.
-Τόχεις;
-Δεν τόχω απάνω μου.
-Εν τάξει. Πάρτο και έλα σε περιμένω στις τρεις στου Θων.

Έπαιρνε λοιπόν το σίδερο ο άλλος ο αρχίμαγκας κι ανταμώνανε στις τρεις στου Θων, πίνανε παρέα καφέ ως φίλοι και μετά τραβάγανε για πιο όξω, κατά το Γεροκομείο, πίσω μεριά. Με το «εν τάξει» τα βγάζανε, ρίγνανε κι όποιος φάει τον άλλονε. Τον καθάριζες; Πολύ ωραία και τον θάβανε σαν κύριο. Εσένα σε μαγκώνανε τα μπασκίνια και σε τραβάγανε για την κολλαροκόλληση. Έτρωγες τα πέντε σου, τα εφτά σου, τα δέκα σου, στο εξάμηνο απάνω, έπεφτε ο βουλευτής, ο πολιτευτής, ο υπουργός να πούμε και την έφτιανε την σπανακόπιτα. «Βούλευμα απαλλακτικό» να πούμε νάσου πάλε στην πιάτσα «καλώς τον κυρ Σταμάτη». Μήτε γάτος μήτε ζημιά κι είχες και το παράσημο ότι έφαγες τον Αράπη να πούμε τον Σκληρό.

Με τα τέτοια, - δίχως φόνο στην αλήθεια καθόσουν αρκουδόμαγκας κι όλο μόστρα – την έβγαλε ο κυρ Σταμάτης ο γέρο μάγκας. Κι’επειδή τότες είχανε πέσει ακριδάτοι και φάγανε κάτι κόπεδα κάτου στο Βοτανικό, άνευ αξία εκείνη την εποχή, δεν κατάφερε να τα κάνη ρευστό και βρέθηκε με τα κόπεδα ο κυρ Σταμάτης. Κύττα τώρα η τύχη τ’ανθρώπου! Έγιν’ένα εργοστάσιο κι ήθελε επέκταση και τα πήρε τα οικόπεδα. Νάσου τον με χρήμα ο γερόμαγκας, αγόρασε πέντε διαμερίσματα –μάλιστα! –και τώρα την γαζώνει ωραία και πλούσια. Κι επειδής να πούμε τότε στην Μικρασία τον ντύσανε χακί και τον στείλανε να γαμπρίζει στην Σμύρνη, πάλε τα κατάφερε στην αναμπουμπούλα και πήρε σύνταξη παθόντος εν πολέμω- κι έχει και σύνταξη, Είναι λοιπόν μέγάλη κερία η Σταμάταινα, η Καλλιοπάρα με τ’όνομα όποιος θυμάται, και τώρα στα εβδομήντα του, πολύ εν τάξει, τακτοποιημένος ο γέρο μάγκας που την αράζει πάντα Ομόνοια και ζυγιάζει τα νέα μαγκάκια και λέει τις ιστορίες του.

Ωραίος καιρός, ζεστό το φθινώπορο, ξερή η άσφαλτος. Τώρα τρέχουνε νερά στην Ομόνοια, τότες τρέχανε μόνιππα με ρόδες καουτσουτέ και κάνανε στράτες οι αμαξάδες και κοπρίζανε τη σκόνη οι ντορήδες και παίζανε και μουσικές κατά πάνου μεριά, την «Ήβη» και το «Βασιλικόν» να πούμε, πέρα δώθε οι αξιωματικοί με τις σπαθάρες τους και οι γκόμενες του καλού κόσμου με τις καπελίνες τους και τα πουφ στον πισινό τους. Κι’από τούτη, κατά πουνέντε μεριά, η μαγκιά με τον κόσμο της, με το βάρος της και με την υπόστασή της. Κι ούτε που πειράζανε οι ανατολικοί τους δυτικούς, μήτε που ανακατευόντουσαν οι μόρτες με τους αγαθιάρηδες. Θα μου πης ήτανε κι'οι χωροφύλακες. Μηδέν ανάμιξη. Διότι η μπασκίνα, άσπρη γκέττα, μπλε παντελόνι με ρίγα κόκκινη και ξίφος στη μέση, δεν είχε δουλειά με το ταράφι, εξόν πια κι'αν γινότανε κανάς σαματάς της κακομοίρας και δεν μπορούσε να κάνη αλλιώς. Καθόσον όπισθεν από τον χωροφύλακαν στέκεται να πούμε ο πολιτευτής. «Άστε τον κόσμο να κυκλοφορήση!». Διατί; Διότι...

Ποιος κάνει τις εκλογές περικαλώ; Και ποιος φωνάζει υπέρ το κορδόνι και υπέρ την άγκυρα; Ο νοικοκύρης φωνάζει; Πριτς! Ο νοικοκύρης θα πάρει το βιβλιάριο του και θα πάη να ψηφίσει σαν κορόιδο που είναι στο τμήμα του. Αλλά τον σαματά και την διαδήλωση και τον καυγά και την φασαρία ποιος θα την κάνη; Εμείς οι «καλοί». Εμείς θα σταθούμε μπροστά, εμείς θα φωνάξουμε, εμείς θα ξηλώσουμε τις σανίδες, εμείς θα ρίξουμε πέντε πιστολιές στον άερα να κωλώση ο αντίπαλος. Κι εμείς θα μαζέψουμε τα μαγκάκια με το καλό και με τ'άγριο. «Πιάσε τάλλαρα δύο και ψηφίζεις εκεί που σου λέμε». Ή το αλλιώτικο. «Έτσι και δεν ψήφισες τον δικό μου απόθανες από την Ομόνοια».

Και τ’άλλα; Οι πεθαμένοι που ξαναζωντανεύουνε στους εκλογικούς καταλόγους; Και που τους κουβαλάς με τ’αμάξι από τμήμα σε τμήμα να ψηφίσουνε στ'όνομα του πεθαμένου και ν΄αυγατίζει η κάλπη; Και κάτι φτιάξες και κάτι πονηρά και κάτι κοροϊδίστικα, ποιος τα σοφιζότανε και ποιος τα εφάρμοζε; Το λοιπόν, ποιος τον έβγαλε τον πολιτευτή τότες; Ο αγαθός τον έβγαζε; Μένα μου λες;

Μεγάλη υπόθεση η εκλογή αδερφάκια και κονόμι στην πένα. Τι έχει ο πολίτης; Το συνταγματικό του δικαίωμα να ψηφίσει, ίσος ενώπιον του νόμου. Μάλ'στα! Και πότε θα φάμε εμείς άμα δεν εμπορευτούμε το συνταγματικό δικαίωμα; Ανοίγανε οι κασόπορτες και ξεχυνόντησαν οι Γεώργιοι Σταύροι. Φάτε μάγκες με την ψυχή σας. Κοσπεντάρικα, πενηντάρικα, κατοστάρικα, πεντακοσάρικα βροχή. Έτσι κι'ήσανε δυνατός κι'είχες τους ανθρώπους σου στο μαχαλά, κονόμαγες για χρόνια τρία. Σε φωνάζανε να κάνης και κουμάντο.

-Κυρ Σταμάτη!
Έτυχε λοιπόν τότες, θα πάνε και πενήντα χρόνια, νάχη το σεβντά του ο Σταμάτης, όχι με την Καλλιοπάρα. Όχι! Ήτανε μια Μαρίκα, οδός Ξούθου, Πατρινιά, γκόμενα πολύ στο εν τάξει με κρέατα μπουρεκάτα, με μάτια σφαχτηρίες, άλλο πράμα σου λέω! Την είχε φάει όλη την κρέμα με τους καημούς ο Σταμάτης, παιδί τότες, ζωηρός και αναγνωρισμένος, τούχει ρίξει η Μαρίκα κάτι λούκια να τον αφήσει ατον άσσο, στεγνό και της μεγάλης δίψας κι'όλο ζητάει καινούργια, κι'όλο στροφές περί δήθεν αλλους γκόμενους κι όλο σκέφτεται να την καθαρίση ο Σταμάτης και να πάη να την κλάψει ύστερις στην Ακροναυπλία. Δύσκολες οι δουλειές, τι να κονομήσεις; Κάτι τάλλαρα άφηνε τότες η πιάτσα κι αυτά λειψά και καρμίρικα. «Να ζη κανείς ή να μη ζει» σου λέω.

Απάνω λοιπόν που ήτανε να σπάσει η βιτρίνα, νάσου οι εκλογές. Τις ακούει ο Σταμάτης, «παράρτημα» ο «Αστέρας» του Μπουλαχάνη, γίνεται αδερφάκι κρεατόμυιγα σβουριχτή. Μια σου και δυο σου στου Παπατάδε του υποψήφιου το σπίτι, οδός Αιόλου.

Στήνεται στο σαλόνι, γελαστός ο κύριος Παπατάδε, φωκόλ, μουστάκι της μαντέκας, κύριος σπουδάσας εν Εσπερία, φέρνει καφέ και γλυκό η δούλα, χαμογελάνε όλοι, μέχρι η Παπατάδαινα εκ Τριπόλεως, μεγάλη φαμίλια «πώς είσθε αγαπητέ» και τα τέτοια, ρίχνει την πετονία ο Σταμάτης.
-Το οποίον να οργανώσουμε τα παιδιά;
-Μάλιστα.
-Διότι εμείς ως οπαδοί να πούμε, δια έναν Παπατάδε ζούμε, το οποίον ό,τι διατάξης και μέχρι να τα κάνουμε λίμπα προς χάρη σου.

Πολύ το χάρηκε ο Παπατάδε, άκουσε αριθμούς, άκουσε ονόματα, έτσι γινότανε τότες, είχανε πέραση οι «γκάνγκστερς» της εποχής, ανοίγει την συρτάρα και κουσουμάει χιλιάρικα δύο. Ζαλίστηκε ο Σταμάτης, δεν είναι μικρό αδερφέ μου, δύο σεντόνες στην ξεραΐλα, όταν είχε το κουστούμι το καλό, δραχμάς εβδομήντα, τα τσεπιάζει και λέει πολλά και ξαναλέει ότι έρχεται αύριο, μετά ματσωμένος κατεβαίνει στην πιάτσα.

Φωνάζει το Μήτσο.
-Μοίρασε στα παιδιά εξακόσα, πιάσε και δυο παππούδες για πάρτη σου και ψηφίζουμε Παπατάδε.

Έχει χίλια διακόσα και κάνει κάτι χαρές η Μαρικάρα σαν νάχε δέκα χρόνια να δη τον πατέρα της. Πέφτουνε λοιπόν στο βάζο με το μέλι οι ερωτευμένοι, τα χαλάνε έξυπνα, τα σκορπάνε πλούσια, σε πέντε μέρες νάσου τον πάλε φλούδα ο Σταμάτης.

Τώρα τι γένεται; Να ξαναπάη στου Παπατάδε δε σηκώνει καθόσον πολύ γρήγορα και θα την ανθιστή την φτιάξη. Σκέφτεται βαθιά, στενάζει και ρίγνει και τις κορώνες της η Μαρικάρα.
-Άντε κατακαημένε! Άμα δε φας τώρα που είναι εκλογές, πότε θα φας;

Πάνω στη στένεψη το λοιπόν, νάσου τον και σηκώνεται και πάει στου Παπαδείνα ο Σταμάτης. Τυχαίνει τώρα νάναι αντίπαλος με τον Παπατάδε και να τρώγουνται σαν τον Τούρκο με τον Πέρση. Ξέρει κι’ο Παπαδείνας ότι ο Σταμάτης είναι του Παπατάδε και απορεί.
-Πώς από δω;

Τον κερνάει όμως πουράκι, καφέ, χαμόγελα και ακούει.
-Διότι μου φέρθηκε σκάρτα.

Χαίρεται και ο Παπαδείνας και περνάει ένα ποταμάκι βρισιές τον Παπατάδε που είναι «πραγματικά» σκάρτος άντρας και τα τοιαύτα. Και τάσσεται υπέρ Παπαδείνα ο Σταμάτης, όστις Παπαδείνας είναι ο άνθρωπος που θα σώσει την Πατρίς από τον εξωτερικόν εχθρόν, και κλαίει από πατριωτισμό ο Παπαδείνας που τον έταξε η μοίρα «να ηγηθεί των τυχών του ενδόξου και πολυπαθούς τούτου Έθνους», λέει λοιπόν ο Σταμάτης ότι εχτός από τριακόσια κουκιά ζωντανά θα του βγάλη κι άλλα τόσα από τον Παράδεισο και ότι διαθέτει στην πιάτσα τον Μήτσο με την κλίκα του, όλα παιδιά της φωτιάς, χαίρονται συγκινητικά και οι δυο ντουέτο που θα βρει επί τέλους ο τόπος τον προορισμό του, πάει μέσα ο Παπαδείνας που το ξέρει το βιολί, τσεπώνει μια φούχτα πουράκια ο Σταμάτης, για προκαταβολή της αμοιβής του που θα σώσει τον τόπο, ξαναγυρίζει ο Παπαδείνας με χιλιάρικα περικαλώ πέντε, μεγάλη δουλειά και τον θερμοπαρακαλεί να του κάνη τη χάρι και να τα πάρη, μην το θεωρήση προσβολή, αλλά οι σωτήρες της πατρίδος πρέπει να αμοίβωνται - δε γίνεται ο άλλος σωτήρας με το αζημίωτο! - Και διστάζει –σαχλαμάρα - ο Σταμάτης και κάνει ότι το πιστεύει - σαχλαμάρα – ο Παπαδείνας που επαινεί την αφιλοκερδή φιλοπατρία του, στο τέλος τα παίρνει τα πέντε ο Σταμάτης και ξαναφωνάζει το Μήτσο.

-Μοίρασε χίλια στα παιδιά και πεντακόσια δικά σου, ποστηρίζουμε Παπαδείνα.
-Κι’ο Παπατάδες;
-Άσε να σωθούνε τούτα και βλέπουμε.

Τυχαίνει τώρα ο Ζαφείρης ο Βλογιοκομμένος νάναι άνθρωπος του Παπατάδε στην αγορά και ν’ανθιστή τη μηχανή. Θυμώνει ο Παπατάδες και μηνάει στον Παπαδείνα ότι «μου ξελογιάζεις τους ανθρώπους μου». «Κι ας είσαι άξιος να τους κρατήσεις» λέει ο Παπαδείνας και θα φαγωθούνε προεκλογικά οι δυο μεγάλοι σωτήρες του τόπου.

Πριν φαγωθούνε όμως οι σωτήρες, τρώει τα τριάμισυ η Μαρικάρα. Δεν είχανε βρεθή τα σιλό αδερφάκι και κατάπινε πιο άγρια από σιλό τα λεφτά τούτη εδώ. Πάλι στη στεγνή ο Σταμάτης, την ξέρει πια τη μηχανή και πάει στου Παπατρέχα.

-Παπαδείνας, Παπατάδες, είναι όλοι κερατάδες, λέει επιγραμματικά.
-Δηλαδή;
-Εγώ μαζί σου.

Γίνεται το ψηστήρι, είναι σκληρός ο Παπατρέχας και την ξέρει την πιάτσα, δύσκολα ξηλώνεται και δηλώνει.
-Εμένα δε με ρίχνεις να εξηγηθούμε.
-Τι λες κύριε Πρόεδρε;
Του δίνει χίλια και πεντακόσα δοκιμαστικά.
-Άμα είσαι εν τάξει θα σε βολέψω.

Τώρα τι γίνεται πούναι μέσα σε τρεις προέδρους ο Σταμάτης; Κι αν βγη κανένας από κείνους που πούλησε πάει την έβαψε. Φωνάζει το Μήτσο.
-Τι κάνουμε;
-Καιγόμαστε με το δαδί.

Όλα τα παιδιά στην πιάτσα έχουνε πάρει μια θέση να πούμε και δέρνονται και φωνάζουνε και κάνουνε τη φτιάξη τους καλά και ίσα, τούτος δω έχει μείνει ξέμπαρκος και δεν ξέρει τι του γίνεται. Με το κακό φεύγει και η Μαρικάρα μ’έναν καπετάνιο από το Γαλαξείδι, είναι όλα της ανάποδης καμιζόλας, έρχεται και η Κυριακή της εκλογής κι’ο Σταμάτης στην απόξω.

Πρωί με τ’αποτελέσματα έχουνε γίνει αραπάκια και οι τρεις. Και Παπαδείνας και Παπατάδες και Παπατρέχας. Ο Σταμάτης στο εν τάξει. «Δεν θα με κυνηγήσουνε, σώθηκα». Απάνου στο σώθηκα, Τρίτη πρωί ήτανε, έπινε καφέ στο «Βυζάντιο», νάσου έξη παλληκαράκια μελαγχολικά.
-Μπορούμε να σου μιλήσουμε;
-Ν...ναι. Πώς;

Τον βάζουνε σ’ένα μόνιππο, οι τρεις μαζί του, οι άλλοι τρεις σ’ένα άλλο και τον πάνε κατά την Κολοκυθού. Κατεβαίνουνε στα χωράφια, τον προχωράνε και του ξηγιούνται.
-Εμείς οι δυο είμαστε άνθρωποι του Παπαδείνα, αυτοί οι δυο του Παπατάδε κι’εκείνοι οι δυο του Παπατρέχα. Λόγω να πούμε της αποτυχίας στις εκλογές κάνανε κόμμα και οι τρεις μαζί.

Οι έξη δεν ήτανε Αθηναίοι. Ήτανε παιδιά του βουνού, μυστήρια και ψωμωμένα.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή έχουμε να σου δώσουμε ένα μήνυμα.

Το άλλο πρωί μπλε με μελανιές βούλες συνήρθε στα χωράφια ο Σταμάτης. Και δεν είναι αυτό! Όχι! Είναι που σε επόμενες εκλογές, έγινε άνθρωπος του κόμματος των τριών και δεν του δώσανε φράγκο να πατσίσουνε τα παλιά και το χειρότερο, πάλε δεν ξαναβγήκανε.

Ωραίες εποχές σου λέω που έκανες κονόμι με το συνταγματικό δικαίωμα. Πάει. Χαθήκανε κι αυτές και χαλάσαμε όλοι. Τι περιμένεις; Την σήμερον να πούμε, με τα σκάρτα έθιμα που ψηφίζουνε μόνο οι ζωντανοί και κάνανε πέρα τους πεθαμένους! Γιατί σας λέω.

Χάλασ’η πλάση...

Από "Τα Παιδιά της Πιάτσας"
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
Νίκος Τσιφόρος
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
 :: eSSENTIALs aNGLo hELLENIc eNCYCLOPAEDIa :: Arts :: Poetry-
Μετάβαση σε: